ΚΑΛΩΣ ΒΡΕΘΗΚΑΜΕ

2/2/2013

Σήμερα ξεκινά μια προσπάθεια να συγκεντρώσουμε λέξεις, φράσεις, αστεία , μικρές ιστοριούλες, θρύλους από κάθε γωνιά της πατρίδας μας, που θα συμπεριλαμβάνουν τις ντόπιες εκφράσεις - λέξεις του κάθε τόπου.

Ελπίζω και προσβλέπω στην βοήθεια και συμπαράσταση, μια και κινητήρια δύναμη μας είναι η κοινή μας αγάπη για την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ.

ΕΜΠΡΟΣ,,,,,λοιπόν να φτιάξουμε ένα χώρο που ο καθένας από μας θα βρίσκει τις ρίζες του και θα γίνει εστία έλξης για νέους που δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να ακούσουν τους παππούδες τους να μιλάνε ....την ντοπιολαλιά των χωριών τους....
΄Οσοι θελήσουν να βάλουν κείμενα ή λέξεις του τόπου τους, μπορούν να τα στέλνουν είτε στο e-mail που είναι :

artemismosch@gmail.com
ή θα τα γράφετε στο χώρο των σχολίων ...και μετά θα τα κάνουμε άμεση ανάρτηση στον κύριο χώρο εμείς....

Σας ευχαριστώ και αναμένω ανταπόκριση ,

ΑΡΤΕΜΙΣ ΠΑΠ



Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2013

ΕΘΙΜΑ- ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΟΥ ΄΄ΡΑΚΟΚΑΖΑΝΟΥ΄΄ ΚΑΙ Η ΚΡΗΤΙΚΗ ΡΑΚΗ
=====================================      

Γράφει η Eιρήνη Ταχατάκη                                      

(Το κείμενο τούτο αφιερώνεται στους ακούραστους ξωμάχους της τιμημένης κρητικής γης).

Είναι η εποχή που η απόσταξη των οινοποιημένων σταφυλιών βρίσκεται στο φόρτε της. Σε κάθε οινοπαραγωγική γωνιά της Κρήτης - μια απ’ αυτές και οι Αρχάνες το έθιμο - επάγγελμα του αποσταγματοποιού, έχει τις ρίζες του σε πολύ μακρινές από το σήμερα εποχές.

Θέ μου, τί γίνεται στα γραφικά ρακοκάζανα με τις συντροφιές των καζανάρηδων! Σε πανηγύρι και σωστή ξεφάντωση - αυθόρμητη ή οργανωμένη - εξελίσσονται οι βραδιές αυτές, στα ρακοκάζανα της Κρήτης από παλιά.

Ας μεταφέρουμε λοιπόν ένα δείγμα μιας τέτοιας κεφάτης βραδιάς μέσα στην ασύγκριτη θαλπωρή που βρίσκει κανείς σε τούτα τα χαρούμενα στέκια εργασίας και ψυχαγωγίας. Εκεί, δεν βρίσκεις μόνο την παραγωγή του πιο ξακουστού προϊόντος της Κρήτης αλλά βρίσκεις μαζί την θαλπωρή και την εγκαρδιότητα της φιλικής συνάθροισης.

Δεν έχει να κάνει τούτη η αναφορά μας ούτε με πολέμους και τρομοκράτες, ούτε με κοσμικότητες και κουλτούρες, ούτε με πομπώδη ονόματα και τίτλους. Αντικείμενό μας θα είναι μια εικόνα ζωής αντιπροσωπευτικής σ’ ένα συγκεκριμένο ρακοκάζανο του άξιου αγρότη και φίλου Αντώνη Φωστέρη του... διπλωματούχου αποσταγματοποιού όπως τον λένε από παλιά οι φίλοι του. Ενας από τους ευλογημένους αγρότες μας, που στο σύνολό τους είναι εκείνοι που στηρίζουν τη ζωή όλων μας, μεταφέροντάς την από τη μάνα γη στα καταναλωτικά αγαθά των ανθρώπων μας. Οι αγρότες μας, όλοι μαζί και καθένας χωριστά, εκείνοι που μεταφέρουν σ’ όλους την τροφοδότρα δύναμη της μάνας γης, ποτισμένη αγόγγυστα με τον ιδρώτα του μόχθου τους.

Η μικρή αναφορά μας λοιπόν σε τούτη την προσφορά τους είναι ένα ελάχιστο δείγμα ευγνωμοσύνης μας για τους κόπους τους. Κι αφού δεν είναι δυνατόν να παρακολουθήσουμε τη ζωή σε κάθε καζάνι χωριστά, ας δούμε μια χαρακτηριστική εικόνα ψυχαγωγίας στο καζάνι του Αντώνη του φίλου μας.

Είχα την τυχή να βρεθώ στο καζάνι αυτό κάμποσες φορές αφού μας συνδέει μια παλιά, μεγάλη φιλία με την οικογένεια, αλλά μια βραδιά πριν, κάμποσα χρόνια εκεί στο τέλος της δεκαετίας του ‘80, θα μου μείνει αλησμόνητη.

Ηταν η χρονιά που λόγω καιρικών συνθηκών η ποιότητα των σταφυλιών ήταν υποβαθμισμένη και δεν τα προτιμούσε η ξένη αγορά. Ετσι όλοι οι παραγωγοί τα τρυγούσαν “παρασύρα” και γραμμή για το οινοποιείο. Μα κι εκείνο όσο μεγάλο κι αν ήταν, πού να χωρέσει τόσο κρασί, σκέφθηκαν αντί να τα οινοποιούν, να τα αποστάζουν και να βγάζουν ρακί στα φημισμένα ρακοκάζανα του τόπου. Το κόστος βέβαια για άδεια απόσταξης από το κράτος, πάντα υπήρχε. Ηταν όμως μια λύση και το καζάνι δούλευε μέρα και νύχτα.

Τα σταφύλια λοιπόν, αφού τα πάτησαν, τα φύλαξαν “σύγρασα” σε ειδικούς σφραγισμένους χώρους να “ζυμωθούν” και ν’ αρχίσει την κατάλληλη στιγμή η απόσταξη στα καζάνια. Ο Αντώνης λοιπόν, στο καζάνι του δούλευε άγρυπνα. Μια μέρα, ένας φίλος του, επώνυμος Ηρακλειώτης, που δεν ζει πια - ειδοποίησε τον καζανάρη ότι θα φέρει τα στράφυλά του για απόσταξη. Από την περασμένη χρονιά προγραμμάτιζε τούτη την παραγωγή κυρίως για να βρει την ευκαιρία να περάσει μια αξέχαστη βραδιά στο φημισμένο για το ρακί μα και για τα γλέντια του ρακοκάζανο. Γλεντζές και ο ίδιος από τους λίγους, εκτός από την επιστήμη του, λάτρευε την κρητική μουσική και έγραφε ασύγκριτες κρητικές μαντινάδες που τις τραγουδούσε με συνοδεία το μαντολίνο του στις χαρούμενες συντροφιές του.

Το ρακοκάζανο λοιπόν δίδει αυτή την ευκαιρία, γιατί είναι κέντρο χαράς φυσικής και αβίαστης μέσα στην ίδια την καρδιά της φύσης. Η ζωή σ’ αυτό, πάντα, μέχρι σήμερα, είναι η συνέχιση της παλιάς ζωής στα ρακοκάζανα με την οφτή πατάτα ή τις μπριτζόλες με την φιλική συντροφιά, το κέφι, την εγκαρδιότητα που αυξάνει πιο πολύ μέσα στο μεθυστικό άρωμα που αναδύει η καζανιά, το τσίκουδο, το στράφυλο και το μυρωδάτο απόσταγμα... Λίγο πολύ η ίδια σχεδόν εικόνα επικρατεί σε κάθε ρακοκάζανο της Κρήτης. Ομως του Αντώνη ήταν πάντα το κάτι άλλο που λέμε, το ξεχωριστό. Σ’ αυτό πάντα είχε συμβολή κι ο ίδιος με την πλατιά καλοσύνη του, τις κεφάτες ιστορίες και τις κουβέντες του, που κουβαλούσαν από παλιά, σμάρι ολόγυρά του, το φιλικό μελισσολόι. Το καζάνι του, πιο πολύ κέντρο για κέφι και χαρά παρά σκοπός πλουτισμού και εισοδήματος.

Γλεντζές κι ο ίδιος Θέ μου και πώς τον ψυχανεμίζονται οι φίλοι, γνωστοί και άγνωστοι από το Ηράκλειο και τα γυροτρίγυρα και τον γυροφέρνουν.

Ευτυχώς που κι η γυναίκα του δίχως γκρινιάσματα για τα ξενύχτια τον, υπομένει και τον στηρίζει στην κούρασή του. Γιατί βέβαια εκτός από γλεντζές είναι και άριστος στην τέχνη της σωστής απόσταξης. Ετσι οι επισκέπτες εκτός από την σοδειά τους, πηγαίνουν να βεγγερίσουν με τους καζανάρηδες, να φάνε, να πιουν και να καλοκαρδίσουν. Το καζάνι του είναι κτισμένο στην όμορφη τοποθεσία “Ποταμάκι” που είχε γίνει ο τόπος αυτός ένα με τον Αντώνη από τα γενοφάσκια του. Εκεί ανατράφηκε στον κήπο με τα μποστανικά - κηπικά με τα πηγάδια, την κρεβατίνα και τα διάφορα ζώα αιγοπρόβατα, πουλερικά, με αντλιοστάσιο για τα ποτίσματα κι άλλων αγροκτημάτων της περιοχής κι όποια άλλη ευλογία μπορούν να δώσουν χέρια ακούραστα σαν τα δικά του. Φίλοι και ξένοι από τα γύρω χωριά έχουν την χαρά της φιλικής συντροφιάς με τις οφτές πατάτες, τις ροζακιές σταφίδες που επίτηδες ετοίμαζε την εποχή του τρύγου για να κάνει το “ραέτι”, με τους σωρούς τα κουτσούρια, ντανιασμένα στο πλάι του καζανιού. Εκεί μαζεύονται κοντά στη θέση “Ρίζα” μετά την παλαιότατη εκκλησία της Αγίας Τριάδας σ’ ένα πλάτωμα της ριζαοριάς. Η θέα από κει - προς τα ανατολικά - της πλούσιας κωμόπολης νύχτα και μέρα, είναι ειδυλιακή και γραφικότατη. Οι φίλοι του πολλοί κι όλοι γλεντζέδες. Νίκος Σκαρβελάκης, Στέφανος Μαρκομανωλάκης, Χρήστος Σκαρβελάκης, Γιώργος Μαρκομιχελάκης και τόσοι άλλοι. Τη φήμη του καζανιού είχαν μάθει κι άλλοι από το Ηράκλειο, επιστήμονες οι πιο πολλοί απ’ αυτούς, άλλοι υπάλληλοι κι άλλοι επιτυχημένοι επιχειρηματίες. Κι πάντα τα βράδια στο καζάνι του Αντώνη, έχουν συνυφασμένα με τη δουλειά το κέφι και τη χαρά στις συντροφιές που εναλάσσονται συχνά, ανάλογα με το ποιός “θα βγάλει τη ρακή του” φέρνοντας μαζί και τους δικούς του φίλους. Υπάρχουν όμως και οι τακτικοί θαμώνες όπως θα δούμε παρακάτω.

Το αποκορύφωμα λοιπόν για κέφι και γλέντι στο ρακοκάζανο του Αντώνη Φωστέρη έγινε μια ξεχωριστή βραδιά με άριστη οργάνωση, ειδική για την περίπτωση γιατί δόθηκε στον καζανάρη ειδικό “δίπλωμα” που φιλοτέχνησε ο γνωστός γραφίστας στην “ΤΥΠΟΚΡΕΤΑ” φίλος της παρέας Μισέλ Ουάσεφ. Το υπόγραψαν οι πιο καλοί γλεντζέδες της περιοχής, ως “πρυτάνεις” , “καθηγητές” και “κοσμήτορες” στο είδος. Απονεμήθηκε σε ειδική τελετή το δίπλωμα κορνιζωμένο αναρτήθηκε στον τοίχο του καζανιού και επακολούθησε γλέντι τρικούβερτο. Εκείνη η βραδιά του Νοέμβρη ήταν ψυχρή χειμωνιάτικη. Τα κούτσουρα του καζανιού, σπιθοκοπούσαν και τα πρόσωπα της συντροφιάς ροδαλά και χαρούμενα στην όψη, άρχισαν το κέφι με χωρατά και ιστορίες από παλιά καζάνια όπως του Μαρινογιάννη στις αρχές του 20ου αιώνα.

Τόσα γλέντια κι αστεία γίνονταν σ’ αυτό που οι χωριανοί από “καζανόσπιτο” το είχαν μετονομάσει σε “κουζουλόσπιτο”. Ετοίμασαν και τα όργανα, βιολί και μαντολίνο, και σε λίγο οι χορευταράδες λες και είχαν φτερά και δεν πατούσαν στη γη ενώ οι μαντινάδες έδιναν και έπαιρναν.

“Απόψε να ποθάνω γω δεν πάω στα χαμένα, κι άνθρωπος δεν τη γλέντησε τη νιότη σαν και μένα...”.

Δεν έλειψε και η τηλεοπτική κάλυψη για ενθύμιο. Γνωστός Ηρακλειώτης γιατρός (που δεν υπάρχει πια), έβγαζε κείνο το βράδυ τη ρακή του και είχε κουβαλήσει ολόκληρο φορτηγό στρέμφυλα. Οι λάμπες πετρελαίου στον τοίχο φώτιζαν υποβλητικά το χώρο ενώ το ευρύχωρο πάρκινγκ του αγροκτήματος γέμιζε συνεχώς αυτοκίνητα.

Τα όργανα άρχισαν με μεράκι γλυκές πενιές και κονδυλιές με τα “χαβιόλια” του Καλογερίδη και άλλων άξιων στη μουσική καλλιτεχνών, ενώ τα μελωδικά γυρίσματα γεννούσαν βαθιές συγκινήσεις, από κείνες που μόνο η μουσική της Κρήτης δημιουργεί στην καρδιά του κάθε Κρητικού. Ο ιδιοκτήτης του καζανιού ενθουσιασμένος, φωνάζει υψώνοντας το ποτήρι με το γλυκό κοκκινέλι:

“Πίετε εξ αυτού πάντες”, στην υγεία των οργανοπαικτών και της παρέας. Κι αρχίζουν οι μαντινάδες:

“Απόψε τσ’ έχω τσι χαρές κι όλα τση γης τα πλούτη

μέρα δεν εξημέρωσε γλυκιά ωσάν και τούτη”.

“Να ζήσουν οι λεβέντες οι καζανάρηδες” φωνάζουν μερικοί νεαροί Ηρακλειώτες. Κι η απάντηση:

“Ο ήλιος κάθα ταχυνή ντρέπεται να προβάλλει

γιατί τονε θαμπώνουνε τα εδικά σας κάλλη”.

“Φωθιά στα κόκκινα” φωνάζουν άλλοι για τις κοπελιές της συντροφιάς που χόρευαν και φορούσαν κόκκινες μπλούζες. Και κείνες πράγματι με ενθουσιασμό πιο μεγάλο, χόρευαν τους κρητικούς χορούς στροβιλιστά σαν σύγχρονες Μινωίτισσες.

“Ε, τον καλότυχο που βγάνει απόψε τη ρακή ντου”

κάνει η κερα Πόπη η γυναίκα του καζανάρη.

Ε, και δε δα νέχει μια επιτυχία... Ντα ποιός έχει δα νου να γραδάρει και να ξεκαζανιάσει”. Κι άλλος: “Το μόνο που αξίζει τούτηνέ την ώρα είναι να συμπαίνει τη φωτιά με τα κουτσούρια, να σύρει όξω όξω τα κάρβουνα, να ροδοψηθούνε οι μπριτζόλες... Ω, χαρώ τσι...”

“Φέρε κρασί Σπυράκο”, φωνάζει ο καζανάρης του γιου του. Γεμίζει το παιδί στο λεπτό μια μεγάλη κανάτα από το βαρελάκι και τη φέρνει.

- Ετονέ μωρέ το χρώμα του κρασιού είναι σαν τη πορφύρα τω (ν) Βυζαντινώ (ν) αυτοκρατόρω (ν). Αντε γειά μας ολωνώ. Ολοι σηκώνουν τα ποτήρια με κέφι και χαρά, ενώ η τηλεοπτική κάμερα με τον Μανόλη Ουστογιαννάκη - αείμνηστο πια - γράφει τις εικόνες της χαράς: “Ε, μωρέ κέφι που ομορφαίνει τη ζωή μας. Να’ ναι πάντα τσα...”.

- Το ποτήρι σου θαρρώ πως είναι γιατρέ ραϊσμένο” λέει ο Νίκος.

- Ναι μωρέ κι όλας, μπαίνει στο νόημα ευθύς. Δίνω του και καταλαβαίνει...

- Τραγούδησε μωρέ λέει άλλος της παρέας στο διπλανό του.

- Τραγουδώ μωρέ, τραγουδώ ‘γω.

-Ναι, μα δεν κατέχεις να παίζεις κιανένα όργανο.

- Κατέχω μωρέ, κατέχω ΄γω και όργανο.

- Ήντα κατέχεις και παίζεις; λέει.

- Εγώ παίζω καλή ντενέκα... Κι ενώ όλοι χόρευαν και τραγουδούσαν, βγαίνει στην αυλή, αρπά μια γκαζοντενέκα και αρχίζει δυνατούς κρότους που ξεσμιλιωθήκανε ένα γύρω τα νυχτοπούλια του Γιούχτα. Αρπά κι ο γιατρός το μαντολίνο.

- Σύντραμέ μου δάσκαλε με το βιολί λέει του φίλου του, να παίξω κι εγώ ένα σκοπουλάκι του χωριού μου που το ‘χω στα τρίσβαθα της ψυχής μου.

- Βάστα μου το ίσον... Κι αρχίζει με μεράκι μαντινάδες που ο ίδιος είχε γράψει από παλιά γιατί ήταν και μαντιναδολόγος. Πρώτα για τα μάτια:

- Λέει μου ο ήλιος ξάνοιγε πως λάμπω και πως κάνω

λιγότερο από τα μάθια τση

γυρίζω και του λέω.

-Φεγγάρια κι ήλιους ξεπερνά των αμαθιών σου η λάμψη

φωθιές από τα μάθια σου μπορεί ο κόσμος ν’ άψει.

- Των αμαθιών σου η φωθιά όποια καρδιά κεντίσει.

μόνο από τα μάθια τση νερό μπορεί να τηνε σβήσει

Πράγματι, βαθειά συναισθηματικές οι μαντινάδες.

Και συνεχίζει με σειρά:

- Βγαίνεις που βγαίνεις καθ’ αργά φεγγάρι μου σεργιάνι

οντε γιαγέρνεις λέγε μου πού είναι κι ήντα κάνει.

- Λέγε τση πως τη χαιρετώ πως πίνω, πως δε λιώνω,

και πως βαστώ το χωρισμό και νταγιαντώ τον πόνο.

Πες τση πως θέλω να τση πω πως θέλω να τη σμίξω.

- Πες τση το πως τηνε ποθώ και θέλω να τσ’ αγγίξω

να την χαϊδέψω στα μαλλιά, στο πρόσωπο, στον ώμο

να κάμει γλύκα τη χαρά και πούπουλο τον πόνο.

Λάμψη ματιώ να δώσει αυτή κι εγώ ψυχή να δώσω

ν’ αψει να γίνει αυτή φωθιά κι εγώ κερί να λιώσω.

Και πάλι στο βοριανό σκοπό για τα μάθια:

- Τα μάθια σου ‘ναι πέλαγος π’ αέρας δεν το πιάνει

παλιό σκαρί ‘ μαι μα’θελα να βρω σ’ αυτά λιμάνι.

- Στα μάτια σου την άγκυρα θα ρίξω και θ’ αράξω

κι ανοδική στη ζήση σου πορεία να χαράξω.

- Κι αν φύτρωνε στον κήπο σου ένας δικός μου κόκος

θα έμπαινε στη ζήση σου τση ζήση μου ο τόπος.

Κι οι παθητικές μαντινάδες γεμάτες σεβντά συνεχίζοντας:

-Σκέφτομαι με τη σκέψη σου , ζω με την αναπνιά σου,

χαίρομαι με το γέλιο σου λιώνω με την ματιά σου.

Αχ το παραθύρι σου το ξεχαρβαλωμένο

εγώ το ξεχαρβάλωσα να μπαίνω και να βγαίνω

οσα κι αν θέλεις την καρδιά, κομάθια τηνε κάμε

χίλια κομάθια να γενεί, χίλια δα σ’ αγαπάνε.

Η θέση που ‘χω στην καρδιά για σένα κρατισμένη

είναι μπαξές που ουδέποτε άλλη κιαμιά δε μπαίνει”.

Μετά τις μαντινάδες κάνει ο ίδιος κοιτώντας το ρολόι του που έδειχνε 2 παρά δέκα.

Καιρός είναι μπλιο να φύγομε.

Ξάνοιξε... ενδεκάμισι είναι κιόλας η ώρα

... πότε πάει... Δεν ήθελε μαθές να μισέψει.

- Είσαι και βιαστικός του κάνει ο ιδιοκτήτης.

Κάτσε κειά κι ίσαμε ν’ αρχίξει να ποδιαφωτά

έχομε μπόλικη ώρα.

- Ε, κέφι το ‘ καμες Αντωνιό! του κάνει ο Σκαρβελόνικος. Ολη μέρα άμα ‘σαι αμοναχός, βαστάς συνέχεια την κουδούνα σου και παραμιλείς...

- Οσκιες δεν παραμιλώ. Εχω και παρέα, δοξάζω το Θεό που μου την ήπεψε.

- Ποιά παρέα έχεις μωρέ;

Εκείνη τη στιγμή ένα μικρό σκαντζοχοιράκι ξετρύπωσε μέσα από τα ντανιασμένα ξερά λιοκούτσουρα.

Ενα μικρό αγκαθωτό πλασματάκι που όσες μέρες δούλευε τότε το καζάνι καθόταν εκεί δίπλα στον καζανάρη στη φωτιά και απολάμβανε τη θαλπωρή κρατώντας του συντροφιά στις ώρες της... αμοναξιάς.

Εντη (δες τη) την παρέα μου. Μα τούτονέ μιλώ όση ώρα δεν έχω παρέα. Τρώμε μαζί την οφτή πατάτα και - τσι σταφίδες μας η ίδια το ευλοημένο πώς καταλαβαίνει και προβαίνει όση ώρα το ‘χω ανάγκη κι ύστερα ξανατρυπώνει πάλι.

- Μωρέ, ως και οι σκατζόχοιροι σ’ ανεγκοληθήκανε.

- Ναι, θεόψυχά μου ας έχουν την ευκή μου ο Θεός τσοι πέμπει κι αυτούς.

Εν τω μεταξύ, είχε ψηθεί επάνω στη γεωργική ξυλόσομπα η βραστή γίδα και μοσχομύριζε και αν δεν ήταν όλοι κουρασμένοι το κέφι ήθελα σύρει ίσαμε το ξημέρωμα.

Ευλογημένες αληθινές κι ανεπιτήδευτες οι χαρές στα καζάνια που έχουν την αρχή τους βαθιά στις ρίζες των προγόνων μας. Εκεί αδελφώνονται μες στη φιλία οι ψυχές οι κουρασμένες των ανθρώπων μας.

Ποιά φανταχτερά κέντρα με πολύχρωμα φωτάκια και προβολείς μπορούν να δώσουν τη χαρά αυτή; Την αληθινή χαρά βρίσκουν εκεί κοντά στους καζανάρηδες τούς ακούραστους ξωμάχους με τα ροζιασμένα χέρια και την ανεπιτήδευτη καλοσύνη.

Ευλογημένος ο κόπος τους και ο ιδρώτας που ποτίζει την τροφοδότρα γη για να μας δίδει το άρωμα το μεθυστικό, σαν της ρακής της Κρήτης.

Σαν τη ζεστασιά της, σαν τον αχνό του καζανιού, σαν την ανάσα τη φιλική του Αντώνη του καζανάρη,του κάθε Αντώνη, του κάθε αγρότη μας.

Ευλογημένος ο κόπος τους και χαλάλι τους το απλό τούτο αφιέρωμά μας.

Χαλάλι τους της μάνας τους το γάλα και της γης μας η νοστιμιά και τ’ άρωμα!



Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΟΥ ΄΄ΡΑΚΟΚΑΖΑΝΟΥ΄΄ ΚΑΙ Η ΚΡΗΤΙΚΗ ΡΑΚΗ
=====================================

Γράφει η Eιρήνη Ταχατάκη

(Το κείμενο τούτο αφιερώνεται στους ακούραστους ξωμάχους της τιμημένης κρητικής γης).

Είναι η εποχή που η απόσταξη των οινοποιημένων σταφυλιών βρίσκεται στο φόρτε της. Σε κάθε οινοπαραγωγική γωνιά της Κρήτης - μια απ’ αυτές και οι Αρχάνες το έθιμο - επάγγελμα του αποσταγματοποιού, έχει τις ρίζες του σε πολύ μακρινές από το σήμερα εποχές.

Θέ μου, τί γίνεται στα γραφικά ρακοκάζανα με τις συντροφιές των καζανάρηδων! Σε πανηγύρι και σωστή ξεφάντωση - αυθόρμητη ή οργανωμένη - εξελίσσονται οι βραδιές αυτές, στα ρακοκάζανα της Κρήτης από παλιά. 

Ας μεταφέρουμε λοιπόν ένα δείγμα μιας τέτοιας κεφάτης βραδιάς μέσα στην ασύγκριτη θαλπωρή που βρίσκει κανείς σε τούτα τα χαρούμενα στέκια εργασίας και ψυχαγωγίας. Εκεί, δεν βρίσκεις μόνο την παραγωγή του πιο ξακουστού προϊόντος της Κρήτης αλλά βρίσκεις μαζί την θαλπωρή και την εγκαρδιότητα της φιλικής συνάθροισης.

Δεν έχει να κάνει τούτη η αναφορά μας ούτε με πολέμους και τρομοκράτες, ούτε με κοσμικότητες και κουλτούρες, ούτε με πομπώδη ονόματα και τίτλους. Αντικείμενό μας θα είναι μια εικόνα ζωής αντιπροσωπευτικής σ’ ένα συγκεκριμένο ρακοκάζανο του άξιου αγρότη και φίλου Αντώνη Φωστέρη του... διπλωματούχου αποσταγματοποιού όπως τον λένε από παλιά οι φίλοι του. Ενας από τους ευλογημένους αγρότες μας, που στο σύνολό τους είναι εκείνοι που στηρίζουν τη ζωή όλων μας, μεταφέροντάς την από τη μάνα γη στα καταναλωτικά αγαθά των ανθρώπων μας. Οι αγρότες μας, όλοι μαζί και καθένας χωριστά, εκείνοι που μεταφέρουν σ’ όλους την τροφοδότρα δύναμη της μάνας γης, ποτισμένη αγόγγυστα με τον ιδρώτα του μόχθου τους.

Η μικρή αναφορά μας λοιπόν σε τούτη την προσφορά τους είναι ένα ελάχιστο δείγμα ευγνωμοσύνης μας για τους κόπους τους. Κι αφού δεν είναι δυνατόν να παρακολουθήσουμε τη ζωή σε κάθε καζάνι χωριστά, ας δούμε μια χαρακτηριστική εικόνα ψυχαγωγίας στο καζάνι του Αντώνη του φίλου μας.

Είχα την τυχή να βρεθώ στο καζάνι αυτό κάμποσες φορές αφού μας συνδέει μια παλιά, μεγάλη φιλία με την οικογένεια, αλλά μια βραδιά πριν, κάμποσα χρόνια εκεί στο τέλος της δεκαετίας του ‘80, θα μου μείνει αλησμόνητη.

Ηταν η χρονιά που λόγω καιρικών συνθηκών η ποιότητα των σταφυλιών ήταν υποβαθμισμένη και δεν τα προτιμούσε η ξένη αγορά. Ετσι όλοι οι παραγωγοί τα τρυγούσαν “παρασύρα” και γραμμή για το οινοποιείο. Μα κι εκείνο όσο μεγάλο κι αν ήταν, πού να χωρέσει τόσο κρασί, σκέφθηκαν αντί να τα οινοποιούν, να τα αποστάζουν και να βγάζουν ρακί στα φημισμένα ρακοκάζανα του τόπου. Το κόστος βέβαια για άδεια απόσταξης από το κράτος, πάντα υπήρχε. Ηταν όμως μια λύση και το καζάνι δούλευε μέρα και νύχτα.

Τα σταφύλια λοιπόν, αφού τα πάτησαν, τα φύλαξαν “σύγρασα” σε ειδικούς σφραγισμένους χώρους να “ζυμωθούν” και ν’ αρχίσει την κατάλληλη στιγμή η απόσταξη στα καζάνια. Ο Αντώνης λοιπόν, στο καζάνι του δούλευε άγρυπνα. Μια μέρα, ένας φίλος του, επώνυμος Ηρακλειώτης, που δεν ζει πια - ειδοποίησε τον καζανάρη ότι θα φέρει τα στράφυλά του για απόσταξη. Από την περασμένη χρονιά προγραμμάτιζε τούτη την παραγωγή κυρίως για να βρει την ευκαιρία να περάσει μια αξέχαστη βραδιά στο φημισμένο για το ρακί μα και για τα γλέντια του ρακοκάζανο. Γλεντζές και ο ίδιος από τους λίγους, εκτός από την επιστήμη του, λάτρευε την κρητική μουσική και έγραφε ασύγκριτες κρητικές μαντινάδες που τις τραγουδούσε με συνοδεία το μαντολίνο του στις χαρούμενες συντροφιές του.

Το ρακοκάζανο λοιπόν δίδει αυτή την ευκαιρία, γιατί είναι κέντρο χαράς φυσικής και αβίαστης μέσα στην ίδια την καρδιά της φύσης. Η ζωή σ’ αυτό, πάντα, μέχρι σήμερα, είναι η συνέχιση της παλιάς ζωής στα ρακοκάζανα με την οφτή πατάτα ή τις μπριτζόλες με την φιλική συντροφιά, το κέφι, την εγκαρδιότητα που αυξάνει πιο πολύ μέσα στο μεθυστικό άρωμα που αναδύει η καζανιά, το τσίκουδο, το στράφυλο και το μυρωδάτο απόσταγμα... Λίγο πολύ η ίδια σχεδόν εικόνα επικρατεί σε κάθε ρακοκάζανο της Κρήτης. Ομως του Αντώνη ήταν πάντα το κάτι άλλο που λέμε, το ξεχωριστό. Σ’ αυτό πάντα είχε συμβολή κι ο ίδιος με την πλατιά καλοσύνη του, τις κεφάτες ιστορίες και τις κουβέντες του, που κουβαλούσαν από παλιά, σμάρι ολόγυρά του, το φιλικό μελισσολόι. Το καζάνι του, πιο πολύ κέντρο για κέφι και χαρά παρά σκοπός πλουτισμού και εισοδήματος.

Γλεντζές κι ο ίδιος Θέ μου και πώς τον ψυχανεμίζονται οι φίλοι, γνωστοί και άγνωστοι από το Ηράκλειο και τα γυροτρίγυρα και τον γυροφέρνουν.

Ευτυχώς που κι η γυναίκα του δίχως γκρινιάσματα για τα ξενύχτια τον, υπομένει και τον στηρίζει στην κούρασή του. Γιατί βέβαια εκτός από γλεντζές είναι και άριστος στην τέχνη της σωστής απόσταξης. Ετσι οι επισκέπτες εκτός από την σοδειά τους, πηγαίνουν να βεγγερίσουν με τους καζανάρηδες, να φάνε, να πιουν και να καλοκαρδίσουν. Το καζάνι του είναι κτισμένο στην όμορφη τοποθεσία “Ποταμάκι” που είχε γίνει ο τόπος αυτός ένα με τον Αντώνη από τα γενοφάσκια του. Εκεί ανατράφηκε στον κήπο με τα μποστανικά - κηπικά με τα πηγάδια, την κρεβατίνα και τα διάφορα ζώα αιγοπρόβατα, πουλερικά, με αντλιοστάσιο για τα ποτίσματα κι άλλων αγροκτημάτων της περιοχής κι όποια άλλη ευλογία μπορούν να δώσουν χέρια ακούραστα σαν τα δικά του. Φίλοι και ξένοι από τα γύρω χωριά έχουν την χαρά της φιλικής συντροφιάς με τις οφτές πατάτες, τις ροζακιές σταφίδες που επίτηδες ετοίμαζε την εποχή του τρύγου για να κάνει το “ραέτι”, με τους σωρούς τα κουτσούρια, ντανιασμένα στο πλάι του καζανιού. Εκεί μαζεύονται κοντά στη θέση “Ρίζα” μετά την παλαιότατη εκκλησία της Αγίας Τριάδας σ’ ένα πλάτωμα της ριζαοριάς. Η θέα από κει - προς τα ανατολικά - της πλούσιας κωμόπολης νύχτα και μέρα, είναι ειδυλιακή και γραφικότατη. Οι φίλοι του πολλοί κι όλοι γλεντζέδες. Νίκος Σκαρβελάκης, Στέφανος Μαρκομανωλάκης, Χρήστος Σκαρβελάκης, Γιώργος Μαρκομιχελάκης και τόσοι άλλοι. Τη φήμη του καζανιού είχαν μάθει κι άλλοι από το Ηράκλειο, επιστήμονες οι πιο πολλοί απ’ αυτούς, άλλοι υπάλληλοι κι άλλοι επιτυχημένοι επιχειρηματίες. Κι πάντα τα βράδια στο καζάνι του Αντώνη, έχουν συνυφασμένα με τη δουλειά το κέφι και τη χαρά στις συντροφιές που εναλάσσονται συχνά, ανάλογα με το ποιός “θα βγάλει τη ρακή του” φέρνοντας μαζί και τους δικούς του φίλους. Υπάρχουν όμως και οι τακτικοί θαμώνες όπως θα δούμε παρακάτω.

Το αποκορύφωμα λοιπόν για κέφι και γλέντι στο ρακοκάζανο του Αντώνη Φωστέρη έγινε μια ξεχωριστή βραδιά με άριστη οργάνωση, ειδική για την περίπτωση γιατί δόθηκε στον καζανάρη ειδικό “δίπλωμα” που φιλοτέχνησε ο γνωστός γραφίστας στην “ΤΥΠΟΚΡΕΤΑ” φίλος της παρέας Μισέλ Ουάσεφ. Το υπόγραψαν οι πιο καλοί γλεντζέδες της περιοχής, ως “πρυτάνεις” , “καθηγητές” και “κοσμήτορες” στο είδος. Απονεμήθηκε σε ειδική τελετή το δίπλωμα κορνιζωμένο αναρτήθηκε στον τοίχο του καζανιού και επακολούθησε γλέντι τρικούβερτο. Εκείνη η βραδιά του Νοέμβρη ήταν ψυχρή χειμωνιάτικη. Τα κούτσουρα του καζανιού, σπιθοκοπούσαν και τα πρόσωπα της συντροφιάς ροδαλά και χαρούμενα στην όψη, άρχισαν το κέφι με χωρατά και ιστορίες από παλιά καζάνια όπως του Μαρινογιάννη στις αρχές του 20ου αιώνα.

Τόσα γλέντια κι αστεία γίνονταν σ’ αυτό που οι χωριανοί από “καζανόσπιτο” το είχαν μετονομάσει σε “κουζουλόσπιτο”. Ετοίμασαν και τα όργανα, βιολί και μαντολίνο, και σε λίγο οι χορευταράδες λες και είχαν φτερά και δεν πατούσαν στη γη ενώ οι μαντινάδες έδιναν και έπαιρναν.

“Απόψε να ποθάνω γω δεν πάω στα χαμένα, κι άνθρωπος δεν τη γλέντησε τη νιότη σαν και μένα...”.

Δεν έλειψε και η τηλεοπτική κάλυψη για ενθύμιο. Γνωστός Ηρακλειώτης γιατρός (που δεν υπάρχει πια), έβγαζε κείνο το βράδυ τη ρακή του και είχε κουβαλήσει ολόκληρο φορτηγό στρέμφυλα. Οι λάμπες πετρελαίου στον τοίχο φώτιζαν υποβλητικά το χώρο ενώ το ευρύχωρο πάρκινγκ του αγροκτήματος γέμιζε συνεχώς αυτοκίνητα.

Τα όργανα άρχισαν με μεράκι γλυκές πενιές και κονδυλιές με τα “χαβιόλια” του Καλογερίδη και άλλων άξιων στη μουσική καλλιτεχνών, ενώ τα μελωδικά γυρίσματα γεννούσαν βαθιές συγκινήσεις, από κείνες που μόνο η μουσική της Κρήτης δημιουργεί στην καρδιά του κάθε Κρητικού. Ο ιδιοκτήτης του καζανιού ενθουσιασμένος, φωνάζει υψώνοντας το ποτήρι με το γλυκό κοκκινέλι:

“Πίετε εξ αυτού πάντες”, στην υγεία των οργανοπαικτών και της παρέας. Κι αρχίζουν οι μαντινάδες:

“Απόψε τσ’ έχω τσι χαρές κι όλα τση γης τα πλούτη

μέρα δεν εξημέρωσε γλυκιά ωσάν και τούτη”.

“Να ζήσουν οι λεβέντες οι καζανάρηδες” φωνάζουν μερικοί νεαροί Ηρακλειώτες. Κι η απάντηση:

“Ο ήλιος κάθα ταχυνή ντρέπεται να προβάλλει

γιατί τονε θαμπώνουνε τα εδικά σας κάλλη”.

“Φωθιά στα κόκκινα” φωνάζουν άλλοι για τις κοπελιές της συντροφιάς που χόρευαν και φορούσαν κόκκινες μπλούζες. Και κείνες πράγματι με ενθουσιασμό πιο μεγάλο, χόρευαν τους κρητικούς χορούς στροβιλιστά σαν σύγχρονες Μινωίτισσες.

“Ε, τον καλότυχο που βγάνει απόψε τη ρακή ντου”

κάνει η κερα Πόπη η γυναίκα του καζανάρη.

Ε, και δε δα νέχει μια επιτυχία... Ντα ποιός έχει δα νου να γραδάρει και να ξεκαζανιάσει”. Κι άλλος: “Το μόνο που αξίζει τούτηνέ την ώρα είναι να συμπαίνει τη φωτιά με τα κουτσούρια, να σύρει όξω όξω τα κάρβουνα, να ροδοψηθούνε οι μπριτζόλες... Ω, χαρώ τσι...”

“Φέρε κρασί Σπυράκο”, φωνάζει ο καζανάρης του γιου του. Γεμίζει το παιδί στο λεπτό μια μεγάλη κανάτα από το βαρελάκι και τη φέρνει.

- Ετονέ μωρέ το χρώμα του κρασιού είναι σαν τη πορφύρα τω (ν) Βυζαντινώ (ν) αυτοκρατόρω (ν). Αντε γειά μας ολωνώ. Ολοι σηκώνουν τα ποτήρια με κέφι και χαρά, ενώ η τηλεοπτική κάμερα με τον Μανόλη Ουστογιαννάκη - αείμνηστο πια - γράφει τις εικόνες της χαράς: “Ε, μωρέ κέφι που ομορφαίνει τη ζωή μας. Να’ ναι πάντα τσα...”.

- Το ποτήρι σου θαρρώ πως είναι γιατρέ ραϊσμένο” λέει ο Νίκος.

- Ναι μωρέ κι όλας, μπαίνει στο νόημα ευθύς. Δίνω του και καταλαβαίνει...

- Τραγούδησε μωρέ λέει άλλος της παρέας στο διπλανό του.

- Τραγουδώ μωρέ, τραγουδώ ‘γω.

-Ναι, μα δεν κατέχεις να παίζεις κιανένα όργανο.

- Κατέχω μωρέ, κατέχω ΄γω και όργανο.

- Ήντα κατέχεις και παίζεις; λέει.

- Εγώ παίζω καλή ντενέκα... Κι ενώ όλοι χόρευαν και τραγουδούσαν, βγαίνει στην αυλή, αρπά μια γκαζοντενέκα και αρχίζει δυνατούς κρότους που ξεσμιλιωθήκανε ένα γύρω τα νυχτοπούλια του Γιούχτα. Αρπά κι ο γιατρός το μαντολίνο.

- Σύντραμέ μου δάσκαλε με το βιολί λέει του φίλου του, να παίξω κι εγώ ένα σκοπουλάκι του χωριού μου που το ‘χω στα τρίσβαθα της ψυχής μου.

- Βάστα μου το ίσον... Κι αρχίζει με μεράκι μαντινάδες που ο ίδιος είχε γράψει από παλιά γιατί ήταν και μαντιναδολόγος. Πρώτα για τα μάτια:

- Λέει μου ο ήλιος ξάνοιγε πως λάμπω και πως κάνω

λιγότερο από τα μάθια τση

γυρίζω και του λέω.

-Φεγγάρια κι ήλιους ξεπερνά των αμαθιών σου η λάμψη

φωθιές από τα μάθια σου μπορεί ο κόσμος ν’ άψει.

- Των αμαθιών σου η φωθιά όποια καρδιά κεντίσει.

μόνο από τα μάθια τση νερό μπορεί να τηνε σβήσει

Πράγματι, βαθειά συναισθηματικές οι μαντινάδες.

Και συνεχίζει με σειρά:

- Βγαίνεις που βγαίνεις καθ’ αργά φεγγάρι μου σεργιάνι

οντε γιαγέρνεις λέγε μου πού είναι κι ήντα κάνει.

- Λέγε τση πως τη χαιρετώ πως πίνω, πως δε λιώνω,

και πως βαστώ το χωρισμό και νταγιαντώ τον πόνο.

Πες τση πως θέλω να τση πω πως θέλω να τη σμίξω.

- Πες τση το πως τηνε ποθώ και θέλω να τσ’ αγγίξω

να την χαϊδέψω στα μαλλιά, στο πρόσωπο, στον ώμο

να κάμει γλύκα τη χαρά και πούπουλο τον πόνο.

Λάμψη ματιώ να δώσει αυτή κι εγώ ψυχή να δώσω

ν’ αψει να γίνει αυτή φωθιά κι εγώ κερί να λιώσω.

Και πάλι στο βοριανό σκοπό για τα μάθια:

- Τα μάθια σου ‘ναι πέλαγος π’ αέρας δεν το πιάνει

παλιό σκαρί ‘ μαι μα’θελα να βρω σ’ αυτά λιμάνι.

- Στα μάτια σου την άγκυρα θα ρίξω και θ’ αράξω

κι ανοδική στη ζήση σου πορεία να χαράξω.

- Κι αν φύτρωνε στον κήπο σου ένας δικός μου κόκος

θα έμπαινε στη ζήση σου τση ζήση μου ο τόπος.

Κι οι παθητικές μαντινάδες γεμάτες σεβντά συνεχίζοντας:

-Σκέφτομαι με τη σκέψη σου , ζω με την αναπνιά σου,

χαίρομαι με το γέλιο σου λιώνω με την ματιά σου.

Αχ το παραθύρι σου το ξεχαρβαλωμένο

εγώ το ξεχαρβάλωσα να μπαίνω και να βγαίνω

οσα κι αν θέλεις την καρδιά, κομάθια τηνε κάμε

χίλια κομάθια να γενεί, χίλια δα σ’ αγαπάνε.

Η θέση που ‘χω στην καρδιά για σένα κρατισμένη

είναι μπαξές που ουδέποτε άλλη κιαμιά δε μπαίνει”.

Μετά τις μαντινάδες κάνει ο ίδιος κοιτώντας το ρολόι του που έδειχνε 2 παρά δέκα.

Καιρός είναι μπλιο να φύγομε.

Ξάνοιξε... ενδεκάμισι είναι κιόλας η ώρα

... πότε πάει... Δεν ήθελε μαθές να μισέψει.

- Είσαι και βιαστικός του κάνει ο ιδιοκτήτης.

Κάτσε κειά κι ίσαμε ν’ αρχίξει να ποδιαφωτά

έχομε μπόλικη ώρα.

- Ε, κέφι το ‘ καμες Αντωνιό! του κάνει ο Σκαρβελόνικος. Ολη μέρα άμα ‘σαι αμοναχός, βαστάς συνέχεια την κουδούνα σου και παραμιλείς...

- Οσκιες δεν παραμιλώ. Εχω και παρέα, δοξάζω το Θεό που μου την ήπεψε.

- Ποιά παρέα έχεις μωρέ;

Εκείνη τη στιγμή ένα μικρό σκαντζοχοιράκι ξετρύπωσε μέσα από τα ντανιασμένα ξερά λιοκούτσουρα.

Ενα μικρό αγκαθωτό πλασματάκι που όσες μέρες δούλευε τότε το καζάνι καθόταν εκεί δίπλα στον καζανάρη στη φωτιά και απολάμβανε τη θαλπωρή κρατώντας του συντροφιά στις ώρες της... αμοναξιάς.

Εντη (δες τη) την παρέα μου. Μα τούτονέ μιλώ όση ώρα δεν έχω παρέα. Τρώμε μαζί την οφτή πατάτα και - τσι σταφίδες μας η ίδια το ευλοημένο πώς καταλαβαίνει και προβαίνει όση ώρα το ‘χω ανάγκη κι ύστερα ξανατρυπώνει πάλι.

- Μωρέ, ως και οι σκατζόχοιροι σ’ ανεγκοληθήκανε.

- Ναι, θεόψυχά μου ας έχουν την ευκή μου ο Θεός τσοι πέμπει κι αυτούς.

Εν τω μεταξύ, είχε ψηθεί επάνω στη γεωργική ξυλόσομπα η βραστή γίδα και μοσχομύριζε και αν δεν ήταν όλοι κουρασμένοι το κέφι ήθελα σύρει ίσαμε το ξημέρωμα.

Ευλογημένες αληθινές κι ανεπιτήδευτες οι χαρές στα καζάνια που έχουν την αρχή τους βαθιά στις ρίζες των προγόνων μας. Εκεί αδελφώνονται μες στη φιλία οι ψυχές οι κουρασμένες των ανθρώπων μας.

Ποιά φανταχτερά κέντρα με πολύχρωμα φωτάκια και προβολείς μπορούν να δώσουν τη χαρά αυτή; Την αληθινή χαρά βρίσκουν εκεί κοντά στους καζανάρηδες τούς ακούραστους ξωμάχους με τα ροζιασμένα χέρια και την ανεπιτήδευτη καλοσύνη.

Ευλογημένος ο κόπος τους και ο ιδρώτας που ποτίζει την τροφοδότρα γη για να μας δίδει το άρωμα το μεθυστικό, σαν της ρακής της Κρήτης.

Σαν τη ζεστασιά της, σαν τον αχνό του καζανιού, σαν την ανάσα τη φιλική του Αντώνη του καζανάρη,του κάθε Αντώνη, του κάθε αγρότη μας.

Ευλογημένος ο κόπος τους και χαλάλι τους το απλό τούτο αφιέρωμά μας.

Χαλάλι τους της μάνας τους το γάλα και της γης μας η νοστιμιά και τ’ άρωμα!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.