ΚΑΛΩΣ ΒΡΕΘΗΚΑΜΕ

2/2/2013

Σήμερα ξεκινά μια προσπάθεια να συγκεντρώσουμε λέξεις, φράσεις, αστεία , μικρές ιστοριούλες, θρύλους από κάθε γωνιά της πατρίδας μας, που θα συμπεριλαμβάνουν τις ντόπιες εκφράσεις - λέξεις του κάθε τόπου.

Ελπίζω και προσβλέπω στην βοήθεια και συμπαράσταση, μια και κινητήρια δύναμη μας είναι η κοινή μας αγάπη για την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ.

ΕΜΠΡΟΣ,,,,,λοιπόν να φτιάξουμε ένα χώρο που ο καθένας από μας θα βρίσκει τις ρίζες του και θα γίνει εστία έλξης για νέους που δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να ακούσουν τους παππούδες τους να μιλάνε ....την ντοπιολαλιά των χωριών τους....
΄Οσοι θελήσουν να βάλουν κείμενα ή λέξεις του τόπου τους, μπορούν να τα στέλνουν είτε στο e-mail που είναι :

artemismosch@gmail.com
ή θα τα γράφετε στο χώρο των σχολίων ...και μετά θα τα κάνουμε άμεση ανάρτηση στον κύριο χώρο εμείς....

Σας ευχαριστώ και αναμένω ανταπόκριση ,

ΑΡΤΕΜΙΣ ΠΑΠ



Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2013

Περί ''Γιάννηδων και ενός κοκόρου γνώση''.....

Περί ''Γιάννηδων και ενός κοκόρου γνώση''.....


                                                                   
Κατά το 1901 ζούσαν στο Αργοστόλι, οι πλούσιοι αδελφοί Ιωάννης, Γεράσιμος και Γεώργιος Γκεντιλίνη του Ιακώβου. Οι αδελφοί αυτοί είχαν εις την οδό Σιτεμπόρων ένα μεγάλο σπίτι, στο υπόγειο του οποίου ήτο αποθήκη κρασιών από τα κτήματα που έχουν στην τοποθεσία «Μερσιάς» στο Ληξούρι.
Απέναντι του σπιτιού των αδελφών Γκεντιλίνη κατοικούσε ο Ιωάννης Καμπανός, ο πετεινός του οποίου μπήκε στην αποθήκη των κρασιών μια μέρα και κυνηγούσε μουθίτσες, δηλαδή μικρά ζωύφια γεννώμενα από το κρασί. Χτυπώντας λοιπόν ο πετεινός με το ράμφος του την τάπα ενός βαρελιού γεμάτου, όπου ήσαν μουθίτσες, έβγαλε σιγά – σιγά και το στουπί και χύθηκε το κρασί, (43 σέκκια), έως ότου ανανοηθούν οι Νοικοκυραίοι.
Ο κάτοχος του κρασιού Ιω. Γκεντιλίνης κατήγγειλε τον Αφέντη του κοκόρου Ιωάννην Καμπανόν, ζητώντας αποζημίωσιν. Η μήνυσις επεδόθη υπό του δικαστικού κλητήρος Ι. Κατεβάτη την 10ηνΔεκεμβρίου1901.
Κατά διαβολικήν σύμπτωσιν ενάγων, εναγόμενος, Κλητήρας, Γραφέας, Δικηγόρος και Δικαστής όλοι ελέγοντο Γιάννηδες.
Το αστείον αυτό γεγονός αλλά και η σύμπτωσις αυτή ενέπνευσε τον αθάνατον Σατυρικόν μας (Γερ. Μολφέτα) να κάμη το παρακάτω αριστουργημστικό ποίημά του.

Ζιζάνιον Φ. 204 της 15 Δεκεμβρίου 1901

Του Κοκόρου το μεθύσι,
Που εντύπωση θ’αφήση.

1.
Κόκκορος αναυλακάτος
Και σιδερομουστακάτος
νειός, ασίκης και βαρβάτος
κι’ από κόμμα Βινιεράτος
σβέρτο κι’ έξυπνο πουλι
έφυγε από την αυλή
που περίφανα εζούσε
και τι κόττες εγλεντούσε
με ιδέα και με σκέψη
ποιο πολύ να μιλορδέψη
ν’ απωλέση και να θύση
και στο τέλος να μεθύση.
2.
Κόκκορος αναυλακάτος
με σοφία και με νού
π’ ωβασίλευε μπεάτος
στην αυλή του Καμπανού
ξάφνου τούρτε στο κεφάλι
κι’ ήθελε με το στανειό
ναν το ρίξη στην κραιπάλη
κι’ ετριγύριζε για Νειό.
Δρόμους έσχιζε κι’ επέρνα
στο μεθύσι να δοθή
μα δεν έβρισκε ταβέρνα
για να συνεννοηθή.
3.
Ανησύχως παρετήρει
δεξιά κι’ αριστερά
ώσπου π’ όνα παρεθύρι
ξαγναντεύει με χαρά.
Φτερουγίζει και πετάει
κι’ από κείθενε σαρτάει
σ’ έν αρχοντικό κατώι
πούτανε βαρέλια σόϊ
κι’ εκλεκτοί ευώδεις οίνοι
οι των brothers Γκεντιλίνη.
4.
Ο ζωηρός ο πετεινός,
καθώς μας είπ’ ο Καμπανός
αυτός που τον ορίζει,
υπερηφάνως προχωρεί
και με τη μύτη το πυρί
τραβά και ξεπυρίζει
κι’ ο κόκκορος μωρές παιδιά
δεν έφτανε να πίνη
στην πρόοδο και στην υγειά
των brothers Γκεντιλίνη.
5.
Το κακό που έκαμε
του Κοκκόρου η μύτη
ο Γιαννάκης τάκουσε
ξάφνου μέσ’ στο σπίτι.
Βγαίνει ξεκαπέλωτος
όξου και ρωτάει
και με μιάς ο Κόκκορας
νάτος που πετάει.
Να που φτερουγίζει
ο αφορεσμένος
νάτος, που ντρεκλίζει
τάπα καμωμένος !!!
6.
Ο Γιαννάκης ο καϋμένος
βλέποντας το γεγονός
ερωτάει θυμωμένος
τίνος ειν’ ο πετεινός,
τίνος ειν’ το κοκκορέλι
που τωρρύπισε – τι φρίκη !
το καλύτερο βαρέλι
πούχε μες στην αποθήκη.
7.
Κι’ αμαξάς ο Μαραβέγιας,
άλλος Γιάννης ζηλευτός
απαντάει στον ιππότη
«Σιόρ Γιαννάκη, μάθε ότι
του κοκκόρου ο αφέντης
Γιάννης λέγεται κι’ αυτός»
8.
Γιάννης ούν ο ζημιώσας
Γιάννης ο ζημιωθείς
Γιάννης και ο μαρτυρήσας
συναντώνται παρευθύς
και συζήτησις αρχίζει
σκανδαλώδης μες στο φόρο
για τον Κόκκορο εκείνο
πώπιασαν επ’ αυτοφόρω
ξεπυρίζοντα τα θεία
και τα’ αθάνατα κρασιά
των κτημάτων του Μερσιά.
9.
Κόκκορος ομωρφολύρης,
μεθυστής ο κακομοίρης
σε μπελά μεγάλο βάνει
τον Αφέντη του το Γιάννη.
Του κατσάρουνε μια κλήσι,
πως δεν έπρεπε ν’ αφήση,
το κοκκόρι να μεθύση
κι’ αλλουνού κρασί να χύση.
Του κατσάρουνε μια κλήσι
του φτωχού του Καμπανού
και του λένε ν’ αποτίση
τη ζημιά του πετεινού
10.
Κι’ ο Κριτής που θε να κάτση
για να την αποφασίση
τα εξής απάνου κάτου
έχει να παρατηρήση.
Πως καλείται Ιωάννης
ο Αφέντης του πουλιού
Γιάννης κι’ ο ιδιοκτήτης
του χυθέντος του παληού.
Γιάννη λέν το Μαραβέγια,
π’ ανακάλυψε την πράξη
Γιάννενα και τη γυναίκα
πώτρεξε να την φωνάξη.
Γιάννη λένε το γραφέα
που την έκαμε την κλήσι
Γιάννης έλαχε κλητήρας
για να την κοινοποιήση
Γιάννης είναι για ριφόρτσο
τόνομα του Δικηγόρου,
που θα βγή για να μιλήση
για τα δίκηα του κοκκόρου.
11.
Τι περίεργο αλήθεια
να συμβή και να συμπέση
όλο Γιάννηδες να τύχουν
μ’ έναν κόκκορο στη μέση !!!



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.