ΚΑΛΩΣ ΒΡΕΘΗΚΑΜΕ

2/2/2013

Σήμερα ξεκινά μια προσπάθεια να συγκεντρώσουμε λέξεις, φράσεις, αστεία , μικρές ιστοριούλες, θρύλους από κάθε γωνιά της πατρίδας μας, που θα συμπεριλαμβάνουν τις ντόπιες εκφράσεις - λέξεις του κάθε τόπου.

Ελπίζω και προσβλέπω στην βοήθεια και συμπαράσταση, μια και κινητήρια δύναμη μας είναι η κοινή μας αγάπη για την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ.

ΕΜΠΡΟΣ,,,,,λοιπόν να φτιάξουμε ένα χώρο που ο καθένας από μας θα βρίσκει τις ρίζες του και θα γίνει εστία έλξης για νέους που δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να ακούσουν τους παππούδες τους να μιλάνε ....την ντοπιολαλιά των χωριών τους....
΄Οσοι θελήσουν να βάλουν κείμενα ή λέξεις του τόπου τους, μπορούν να τα στέλνουν είτε στο e-mail που είναι :

artemismosch@gmail.com
ή θα τα γράφετε στο χώρο των σχολίων ...και μετά θα τα κάνουμε άμεση ανάρτηση στον κύριο χώρο εμείς....

Σας ευχαριστώ και αναμένω ανταπόκριση ,

ΑΡΤΕΜΙΣ ΠΑΠ



Κυριακή, 27 Απριλίου 2014

'' ΦΟΡΤΟΥΝΑΤΟΣ ΄΄







'' ΦΟΡΤΟΥΝΑΤΟΣ ΄΄ 
=====================

...ΜΑΡΚΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΦΩΣΚΟΛΟΥ...ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ 

ΚΩΜΩΔΙΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΚΔΟΣΙΝ ΣΤ. 

ΞΑΝΘΟΥΔΙΔΟΥ ΄΄ΦΟΡΤΟΥΝΑΤΟΣ΄΄, ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 

1922...ΚΡΗΤΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ...(περίοδος Ενετικής 

κατοχής )

,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,

ΠΡΟΛΟΓΟΣ.... (τόνε κάνει η Τύχη )

Τούτη μου η σβίγα, οπού κρατώ΄ς το χέρι και γυρίζω, 

τούτα τα μάτια, απού ως τυφλή παντοτινά σφαλίζω, 

ετούτη μου η κεφαλή, οπού με μαλλιά δεμένη βρίσκεται 

΄ς την ομπρός μερά και οπίσω μαδισμένη, ετούτοι, απού

 εις τη σβίγα μου θωρείτε και γυρίζου, κι άλλοι ΄ς το 

βάθος κείτουνται, κι άλλοι ψηλά καθίζου, κι άλλα 

σημάδια, πλιότερα, απού σε με θωρείτε, κρίνω πώς νά 

΄νιαι αφορμή, ποιά ΄μαι να θυμηθήτε.


Μά μπορετό νά ΄ν αφουκραστή τάχα νά μάθη ποιά ΄μαι, 

κ΄εις τέτοιο μόδο φαίνομαι, κ΄εδώ΄ς το κόσμο είντά ΄μαι,

γιά κείνο θέ νά δηγηθώ, ποιά ΄μαι, καί πώς με λέσι, καί 

άλλους πώς κάνω καί γελού συχνιά κι΄ άλλους καί 

κλαίσι,

μ΄όλον οπού το φταίσιμο δέν έναι εμέ δικό μου,κι όλους

 μεγάλους τςί έκανα, άν ήτο μπορετό μου. Τά ονόματά 

μου είναι πολλά, Τύχη πολλοί μέ κράζου, καί άλλοι πάλι

 Ριζικό καί Μοίρα μ΄ονομάζου. Εγώ ΄μαι, απού τςί 

απόκοτους καί τούς ανεργισμένους, τςί πρόθυμους, τςί 

ποθητούς κι όλους τςί προκομμένους α- ι -δάρω, κ΄είς 

τςή σβίγας μου τό ψήλος τςί ανεβάζω, καί πλούτη, δόξες

 καί τιμές νά πάρουσι σπουδάζω, καί τςί άνεργους καί 

τςί δειλιούς καί τςί παραθεσμιάρους τςί ανάμελους καί 

τούς οκνούς κι όλους τςί ανεπαψάρους αυτούς ΄ς τή 

σβίγα μου ζερβά πάλι τούςε γυρίζω, καί κάτω πρός τά 

βάθη τςη ΄ς τόν πάτο τςί γκρεμνίζω, καί δέ λογιάζουν οι 

λωλοί, πώς η παραθεσμιά τως η δείλιασι η ανάπαψι πώς

 η αναμελιά τως είνιαι αφορμή καί στέκουσι πάντα τως 

ξεπεσμένοι, καί από τιμές πολλά γδυμνοί, φτωχοί καί 

ρημασμένοι, μά λέσι, πώς τό ριζικό τώς φταίγει, ωσά 

λογιάζου, καί μοναχάς τή μοίραν τως καθημερινό 

ατιμάζου, μ΄ανέ καί ανοίξει εθέλασι τά μάτια τού νοός

 τως, τό ίδιον τως τό φταίσιμο είχασι ΄δείν ομπρός τως.

 Σ΄ όλο τό κόσμο ΄τα παιδιά Ρηγάδω, Βασιλιάδω 

πλούσω, φτωχώ καί ανήμπορω τώ δούλω καί 

αφεντάδω 

βλέπετε ολόγδυμνα τό πώς όλα γεννά τα η φύσι μέ 

δίχως διαφορά κιαμιά γιά νά μπορά γνωρίση ο κάθα είς 

τςί βασιλιούς κι όλους τςί αθρώπους τςί άλλους τό πώς

 τςή μάννας η κοιλιά δέ τςί γεννά μεγάλους. μά οι 

προθυμιές κ΄οι προκοπές κ΄οι κόποι τών αθρώπω 

πλούσους καί μπορεζάμενους τςί κάνει ΄ς πάσα τόπο.

Γιά κείνο τά φτωχά παιδιά βλέπετε , πώς πλουτούσι 

συχνιά, καί εκείνα τώ πλουσώ πολλά φτωχά περνούσι.


Οντέ γεννούνται τά παιδιά, γεννούνται μετά μένα, καί 

μετά μένα βρίσκουνται πάντα συντροφιασμένα, καί 

κείνα, .οπού κτάσσουνται καλά καί οπού ποθούσι 

νά΄χουσι πλούτη καί τιμές, καί πρόθυμα κοπιούσι ν΄ 

ανέβουσι΄ς τή σβίγα μου, α-ι-δάρω καί ψηλώνω,καί 

δόξες μεγαλώτατες, ως πεθυμώ, τςί αξώνω,καί πάλι 

εκείνα , απού ΄ναι οκνά καί προθυμιά δέν έχου, μά μόνο

 μέ τή πεθυμιά κάθουνται καί ξετρέχου μέ δίχως κόπο΄ς 

τού τροχού τά ύψη ν΄ανεβούσι, πάντα ΄ς τό βάθος 

στέκουσι, τό ψήλος δέ θωρούσι.


΄Σ τό κόσμον απού τήν αρχή δέν είναι βασιλιάδες 

μηδ΄αφεντιές μηδ΄επαρχιές, άρχοντες γή αφεντάδες, μά 

όλοι οι αθρώποι μιάς λοής κ΄εις ένα μόδο ήσα, γιαύτος 

εκείνο τό καιρό χρουσόν ενοματίσα. τότες μέ κράζασι

 καί μέ Τύχη χαριτωμένη,καί απού τςί αθρώπους 

ήμουνε 

όλους φκαριστημένη, γιατί όλοι ευκαριστούντανε ΄ς τό

 είναι τως περίσσα νά στέκουσι, κι όλα κοινά τά 

πράματά τως ήσα.

Μ΄απείτις επληθύνασι καί άλλους καιρούς εφτάξα,τςί 

γνώμες τωνε τςί καλές καί λο-ι-σμούς αλλάξα, καί 

αρχίζασι μέ σύνορα τό κόσμο νά μοιράζου, καί γείς

 τ΄αλλού τωνε ν΄αρπά μονάχας νά λογιάζου.


Τότες, απού ΄χαν πλιά αρετές καί προκοπές καί γνώσι,

 καί οπού δέν εφοβούτονε ΄ς κίντυνα νά σιμώση μέ τήν 

α-ί-δα μαλλιοστάς τήν ιδική μου εμένα,πλούσιοι καί 

μπορεζάμενοι καί βασιλιοί επομένα, καί οι άνεργοι καί 

ανάρετοι καί φοβιτσιάροι ούλοι τότε πομείναν ετουνώ 

πηρέτες τως καί δούλοι.


Πόσοι τςί παλαιούς καιρούς μόνο γιά τςί αρετές τως 

ωγιά τςί κόπους τςί πολλούς τςί άμετρες προθυμιές τως 

μεγάλοι αθρώποι εμείνασι καί όνομα παινεμένο 

παντοτινόν εφήκασι ΄ς τό κόσμο δοξασμένο, καί πόσοι,

 απού σα από φτωχούς αθρώπους γεννημένοι, πάλι 

μεγάλοι εμείνασι καί βασιλιοί στεμένοι, οπού άν αρχίσω

 νά τςί πώ νά τςί μετρώ ένα κι ένα θέλετε βαρεθή όλοι 

σας, μά πούρι γεμισμένα είνιαι ΄ς τό κόσμο τά χαρτιά, 

καί απού θά μάθη άς πράσση μέσα ΄ς τούς άλλους τό 

σοφό Πλούταρχο νά διαβάση, καί θέλει ΄δεί τςί 

Αλέξαντρους, τςί Ρούφους, τςί Πομπέους τςί Μάρκους 

Αουρέλιους, Κύρους καί Τολομαίους, τςί Καίσαρους, τςί 

Δάρειους, Πώρους καί τςί Πλατώνους, Τίτους, τςί 

Βεσπασιανούς, Δημόσθενους, Κατώνους, κι άλλους 

πολλούς, απού οι σπουδές σμιμένες μέ τςί κόπους καί η

 συντρομή του εκάμασι πολλά ψηλούς αθρώπους.


Μά είντα θέ νά κάθωμαι τόσα νά σάς δηγούμαι, τά

 παλαιά καμώματα; 


άς έρθωμε νά δούμε σήμερον είς τό Κάστρο σας τούτο

 τό τιμημένο τςή Κρήτης τόσα εξακουστό ΄ς τό κόσμο 

δοξασμένο ΄ς άρματα κ΄εισέ γράμματα κ΄εις κάθα πράξιν

 άλλη παντοτινά από μιάς αρχής. καί τώρα μέ μεγάλη 

δόξα η φούμη του επλάτυνε, καί ο κόσμος τό λογιάζει 

καί όλη η Φραγκιά τςί δύναμες τςί τόσες του θαμάζει, η 

Ασία, η Τουρκιά καί η ΄Αφρικα τρομάσσου τςί 

εμπόρεσές τως βλέποντας πώς τςί έκαμε να χάσου, καί 

ο Τούρκος τ΄άνομο σκυλί τρομάραν έχει τόση, πού πλιό

 του δέν αποκοτά αποκάτω να σιμώση, γιατί θυμάται τά

 παλιά καί τρέμει καί φοβάται, καί ακόμη τά ΄παθε ΄ς τη

 γή καί εις πέλαγος θρηνάται, καί τόνε πετριτρέχουσι ΄ς 

τά ερχόμενα λογιάζει, καί μετανοιώνει από καρδιάς, 

κλαίγει καί αναστενάζει.

Εκείνο τό ψοματινό καί το μισό φεγγάρι πού ΄γέρθη καί 

σηκώθηκε μ΄έτοια μεγάλη χάρι απ' τή μερά τής Σίθιας 

τής Απονίας καί Σάσε, καί πλάτυνε γιαμιά γιαμιά καί όλο

 τό κόσμο επιάσε θέλει απομείνει σκοτεινό γοργό καί 

θαμπωμένο, καί μ΄έκλειψι παντοτινή νά στέκη 

μαυρισμένο, γιατί απού τή Βενετιά καί όλη τή 

χστιανωσύνη νέφη θολά θέλου γερθή μέ τόση κακωσύνη

 τή λαμπιρότη τήν πολλή, απόχει, νά τού σβήσου,

 καθώς απάνω είς τςί ουρανούς ευρίσκεται γραμμένο 

απού τό χέρι τού Θεού καί ίτσι αποφασισμένο.

Χαρά λοιπόν αμέτρητη όλοι σας καρτερείτε, κ΄εισέ 

λιγούτσικο καιρό τή λευτεριά θωρείτε.

Μά ο νούς μου επαραπέρασε καί ΄φήκα τά δηγούμαι,

 μά 

τώρα ΄ς τήν αθιβολή γυρίζω πάλι, απού ΄μαι.

Πόσοι αθρώποι σήμερο ΄ς τή χώρα σας ετούτη 

βρίσκουνται εις αξιότητες κ΄εισέ μεγάλα πλούτη, απού 

΄σανε πολλά φτωχά καί άτιμα γεννημένοι, καί από αίμα 

χαμηλό καί ταπεινό εβγαμένοι, τούτοι γιά νά ΄νιαι 

πρόθυμοι νά μή βαρειούνται κόπο, μά νά γλακούσι εδώ

 κ΄εκεί γλήγοροι είς κάθα τόπο, Αφέντες νά δουλεύγασι

 μεγάλους, απού ωρίζα, ταχιά καί αργά καί ανάπαψι 

κιαμιά δέν εγνωρίζα, θωρώντάς τςι τέτοιας λοής κ΄εγώ ε- 

ι -δάρισά τςι, καί ΄ς τή κορφή τςή σβίγας μου, σά 

βλέπετε, έβαλά τςι, καθώς θαρρώ καί σήμερο πώς θέλετε

 γνωρίσει ςέ τούτη μας τή κωμωδιά, οπού γιά νά 

γροικήση καθένας από λόγου σας είστε εδεπά 

ερθωμένοι.


Παρακαλώ σας τό λοιπό, άρχοντες τιμημένοι, ως είναι 

το συνήθι σας καί θέλει η ευγένειά σας, φκαριστημένη 

ακρόασι νά ΄χωμε απ΄όνομά σας.


΄Ενα παιδί θέλετε ΄δεί, οπού μικρόν εβγήκε απού τςί 

αγκάλες τού κυρού κ΄εισέ σκλαβιάν εμπήκε, γιά τςί 

αρετές του τςί πολλές καί διάξες του τςί πλήσες τςί 

χάρες του τςί αμέτρητες τςί τάξες τςί περίσσσες πώς 

από σκλάβο ελεύτερο καί πλούσον έκαμά το, κ΄εις 

ανεπόλπιστες χαρές καί δόξες έφερά το.


΄Οσοι γυρεύγουσι λοιπό μεγάλοι νά γενούσι, βασίλεια νά

 ποτάξουσι, καί πλούτην νά χαρούσι, μέ προκοπή καί 

προθυμιά νά σώσουσι τυχαίνει ν΄αρπάξου τή πλεξούδα 

μου τούτη τή χρουσωμένη, καί ωσά μέ πιάσουσι από κεί

 σφικτά νά μέ κρατούσι, μή φύγω από τό χέριν τως άς 

βλέπου όσο μπορούσι, γιατί άν τώς φύγω μιά φορά, 

εύκαιρα παραδέρνου νά θέ νά μέ ζητήσουσι, μά πλιό δέ 

μέ γιαγέρνου.

Δότε μας τό λοιπό τ΄αφτιά, κ΄έντον εδώ πού βγαίνει, μέ 

τόν αφέντην του έρχουνται μαζί συντροφιασμένοι. τά θέ 

νά πούσι ακούσετε, κ΄εγώ γυρίζω οπίσω, καί ογλήγορα

 τή λευτεριά τάσσω νά σάς χαρίσω.






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.