ΚΑΛΩΣ ΒΡΕΘΗΚΑΜΕ

2/2/2013

Σήμερα ξεκινά μια προσπάθεια να συγκεντρώσουμε λέξεις, φράσεις, αστεία , μικρές ιστοριούλες, θρύλους από κάθε γωνιά της πατρίδας μας, που θα συμπεριλαμβάνουν τις ντόπιες εκφράσεις - λέξεις του κάθε τόπου.

Ελπίζω και προσβλέπω στην βοήθεια και συμπαράσταση, μια και κινητήρια δύναμη μας είναι η κοινή μας αγάπη για την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ.

ΕΜΠΡΟΣ,,,,,λοιπόν να φτιάξουμε ένα χώρο που ο καθένας από μας θα βρίσκει τις ρίζες του και θα γίνει εστία έλξης για νέους που δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να ακούσουν τους παππούδες τους να μιλάνε ....την ντοπιολαλιά των χωριών τους....
΄Οσοι θελήσουν να βάλουν κείμενα ή λέξεις του τόπου τους, μπορούν να τα στέλνουν είτε στο e-mail που είναι :

artemismosch@gmail.com
ή θα τα γράφετε στο χώρο των σχολίων ...και μετά θα τα κάνουμε άμεση ανάρτηση στον κύριο χώρο εμείς....

Σας ευχαριστώ και αναμένω ανταπόκριση ,

ΑΡΤΕΜΙΣ ΠΑΠ



Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

ΚΡΗΤΙΚΑ ...........






ΞΑΜΩΝΩ
------
Εξάμωσα
Σημαδεύω,σκοπεύω, τείνω, σκέπτομαι, προσπαθώ.
Προέρχεται από την Βυζαντινη λέξη...έξαμον...
το σημερινό άξαμον...αξαμάρι= μέτρο.
Ο Τριανταφυλίδης το παράγει από το λατινικό
examinare.


ΝΙΑΚΑΡΗ
-------

Τύμπανο, σάλπιγκα.

Βρίσκεται και με τον τύπο...νακαράς, ανακαράς.

""παίζουν τρουμπέτες,όργανα, τουμπάκια, ανακαράδες"".

Ανατολικής προέλευσης η λέξη και το όργανο:

Νακούρ=σάλπιγκα, Νεκκαρέ=μουσικό όργανο όμοιο με

τύμπανο.

Ισως και απο το Ιταλλικό nacchera.

Στην Κρήτη ακούγεται η λέξη ...νιάκαρη=μεμψιμοιρία,

κλαψούρισμα.

""μην κάνεις σαν τη νιάκαρη"".

Γρά νιάκαρη= κλαψιάρα γρια.


ΝΑΤΟ
----

σχημα κεφαλής ή χέρας, κομψη κίνηση του σώματος.

""Στ' αρχοντικά αναρρίματα κ' είς αντρειάς το νάτο"".

""Τότε με πλήσια μου χαρά του Δούκα κάνω νάτο"".

Παράγεται απ το Ιταλικό atto.

η λέξη ήταν ...άττος...τον άττον..το νάτο.








Άρτεμις παπ



ΚΡΗΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Στίχοι: Παραδοσιακό
Μουσική: Παραδοσιακό

Άχου τα περαζούμενα, άχου τα περασμένα.
Άχου και να γιαγέρνανε το χρόνο μιαν ημέρα.

Τα μπαρμπουνάκια του γιαλού θρέφονται με το αίμα,
και ’γω ο κακορίζικος θρέφομαι μέσ’ στα ξένα.

Σαν κάνω αχ κάνει σεισμός, σαν κλαίω κάνει πάψη.
Σα ’ναστενάζω καίγονται δέντρα, βουνά και δάση.

Κάστρο με τα μπεντένια σου, Ρέθεμνος με τσ’ ελιές σου.
Χανιά με τσι μπαξέδες σου και με τσι κοπελιές σου!

Χίλια καλώς ορίσατε, χίλια και δυο χιλιάδες.
Ο κάμπος με τα λούλουδα και με τσι πρασινάδες.

Καλώς ήρθαν τα νέφαλα κι εφέραν τον αέρα.
Κι εδροσερέψαν τα δεντρά που ήτανε μαραμένα.

Σαν ίντα θέλεις να σου πω, χρυσή κουκουναριά μου.
Απού κρατούν οι κλώνοι σου τα φύλλα τση καρδιάς μου;

Πάρε τσι μαντινάδες σου κι άμε τσι στο χωριό σου.
Δυο βούργιες δεν τσι βάνουνε τσι κάσες των ποδιών σου.
Άχι ψυχή μου τση ψυχής και τση καρδιάς μου φίλος.
Εσύ ’σαι το ταιράκι μου κι ο μπιστικός μου φίλος.

Άχι να γίνουμουν νερό στον ποταμό που πλύνεις.
Να κάνει κάψα δυνατή να σκύφτεις να με πίνεις.

Άφτει φανάρι στο γιαλό και ποιος το ξεφτυλίζει.
Και πλήσιαν’ η αγάπη μας και ποιος τη νταγιαντίζει.

Όταν περνώ με φίλους μου νοήματα δεν θέλω.
Να ’χεις τα μάθια χαμηλά μα ’γω καταλαβαίνω.

Κι όταν περνώ με φίλους μου και θες να μου μιλήσεις,
σκύψε και πιάσ’ απού τη γης χώμα να το φιλήσεις.

Τα πάθη του Ρετώκριτου να σύρω δε με μέλει,
γιατί θα να ’ρθει ένας καιρός και θα γενούμε ταίρι.

Διψώ και πίνω το νερό κι εις το λαιμό μου πήσσει.
Σα δεν εβάστα το σεβντά, γιάηντα να μ’ αγαπήσει.

Τα κάλλη σου είχα δροικηχτά κι ήρθα καταρωτώντας,
μα σαν εσένα γιασεμί δεν είχα εγώ θωρώντας.

Δεν ημπορούνε οι γιατροί να βγαίνουν κερδεμένοι,
για να γιατρέψουν μια καρδιά ερωτοχτυπημένη.

Χελιδονάκι θα γενώ να πέσω στην αυλή σου,
να κάμω πως εψόφησα να ιδώ την όρεξή σου.

Ξεύρε πως επαραίτησα στον κόσμο ό,τι μ’ αρέσει
κι άνοιξα την καρδούλα μου και σ’ έβαλα στη μέση.

Βάστα καρδιά μου μαχαιριές και στήθος μου μολύβια.
Ίσως και τα κερδίσομε αυτά τα μαύρα φρύδια.

Καπνό και τσιγαρόχαρτο μ’ έκαμεν ο σεβντάς σου
και δε μπορώ να λείψω μπλιο μιαν ώρα ’πο κοντά σου.

Τα σίδερα γλυκομασώ τσι μπάλες καταπίνω.
Τση γης χορτάρι να γενώ εσένα δεν αφήνω.

Τα μαύρα νέφη τ’ ουρανού ρώτηξε να σου πούνε,
πώς κλαίνε τα ματάκια μου όντε σε θυμηθούνε.

Ούλοι αγαπούν και χαίρονται κι εγώ αγαπώ και κλαίω.
στα δάκρυα που χύνω εγώ, μέσα να πέσω πλέω.

Ούλοι αναστενάζουνε μα όχι σαν εμένα.
Κι όντε θ’ αναστενάξω ’γω στάσει η καρδιά μου αίμα.

Αν αποθάνω βάλε μου μια πλάκα μαρμαρένια,
και γράψ’ απάνω γράμματα, πως χάθηκα για σένα.

Αν αποθάνω ’γω κι εσύ, θάνατο δε φοβούμαι.
Μ’ αν αποθάνω μοναχός άχι πώς σε λυπούμαι.

Αν αποθάνω εφτά φορές κι άνε θαφτώ σαράντα,
η μαυρισμένη μου καρδιά θα σου θυμάται πάντα.

Στην τελευταία μου στιγμή εσένα θα ζητήσω,
να ιδείς με τι παράπονο τα μάθια μου θα κλείσω.

Άχι και να ’ταν μπορετό το μνήμα να ’ν κοντά σου
και να με λιβανίζανε τα χεροπάλαμά σου.

Ακριβοχαιρετίσματα και γλήγορα θα να ’ρθω
και με αυτή τη συλλογή έπιασα να σου γράψω.

Να γράψω ήθελα πολλά μα έσπασεν η πέννα
κι ετρέχανε τα δάκρυα μου κι ελυώναν τα γραμμένα.

Τελείωσα το γράμμα μου κι αφήνω το μαντίλι
και περιμένω απάντηση απ’ το γλυκό σου αχείλι.

Σα βράχο στην ακρογιαλιά που τον χτυπά το κύμα,
έτσι με δέρν’ η τύχη μου, Θε μου δεν είναι κρίμα;

Τα μάθια μου πονέσανε τη θάλασσα να βλέπω,
τον ταχυδρόμο να ρωτώ και γράμμα να μην έχω.

Έπαε(νέ) με φέρανε να κάνω ντίλα ντίλα,
να βλέπω τσοι λουβιάρηδες να παίζω και τη λύρα.

Ήρθε η ώρα του Ραμπί το θέλημα να γίνει.
Προδότης είν’ και κερατάς ο Τούρκος που θα μείνει.

Ανόιξετε τον κλήδωνα στ’ Αγιαννιού τη χάρη
Κι απού ’χει μήλο κόκκινο ας έρθει να το πάρει.

Ανοίξετε τον κλήδωνα να βγει τ’ αγά το μήλο,
που στέκει σαν το μιναρέ και λάμπει σαν τον ήλιο.

Ανοίξετε τον κλείδωνα, τ’ Αϊγιαννιού τη χάρη,
κι απούναι καλορίζικο το μήλο του να βγάλει.

Αλή μου με τα μάθια σου φέγγου και τα δικά μου,
με τση καρδιάς σου τα κλειδιά ’νείγω και τη γκαρδιά μου.

Κατέβα Χάρε στρώσε μου στον Άδη ένα κρεβάτι,
κι αμοναχός θα κατεβώ, δε νταγιαντώ τα πάθη.

Μοίρα μου όταν με μοίρασες ήσουνε μανισμένη.
Και διάλεξες και μού ’δωσες ζωή τυραννισμένη.

Από τα βγήκεν ο Χριστός στη γης και περιπάτει,
ανοίξετε την πόρτα σας να πούμε καλημέρα…

Μα Κρητικιά μου λεϊμονιά και πού δα σε φυτέψω.
Να σε φυτέψω στην καρδιά ίσως και σε κερδέψω.

Μ’ α πας στην Κρήτη Κρητικιά βάστα μου ’να μαχαίρι,
να το φορώ στη μέση μου χειμώνα καλοκαίρι.

Μ’ α πας στην Κρήτη Κρητικιά, χαιρέτα μου την Κρήτη.
Χαιρέτα μου και το βουνό που λένε Ψηλορίτη.

Μα Κρητικός να στολιστεί, να βάλει τα καλά του,
πολλοί δα του ζηλέψουνε εις την πορπατηξά του.

Τρακόσ’ να βγούνε στο Τσαρσί και χίλιοι στο παζάρι,
δε δα του μοιάξει άλλος κιανείς στη γνώμη και στα κάλλη.

Πενέσετε τσου Κρητικούς μα παινεμένους είναι,
και στου τζαμιού τα σιντζατέ προσκυνημένους είναι.

Για πέτε μου ίντα γίνηκε κειόνα το Πευκιανάκη,
απού ’βγαλε και κέρασε από το πισωφλάσκι.

Μα μοναχός του κέρασε αυτός τον απατόν του,
γιατί κιανείς δεν ήθελε να πιή από το πιοτόν του.
(Έμμετρο σχόλιο για κάποιο θαμώνα καφενείου, που κοιμόταν και…«επέρδετο» )
-----
Έτσα το φέρανε οι καιροί κ’ οι μαυρισμένες μέρες,
να κρεμασθούν οι γνωστικοί στσι μαγλινές (ξυρισμένες) μασέλες.
(Για τους δικαστές ενός ειρηνοδικείου σε χωριό της Σητείας.)

Κάθ’ εορτή, κάθε λαμπρή τη μπαίζουν την καμπάνα.
Στο κάθε ενδεχόμενο εσύ ’σαι η τάβλα-μάνα.(ο οφειλέτης)
(Σε κάποιον ενοικιαστή βοσκότοπων, που δεν πλήρωνε τακτικά το ενοίκιο)

Αφέντη, κόψε την κλεψά και το μπαταξιλίκι,
κ’ η γης κ’ οι Τούρκοι κ’ οι Ρωμιοί, θέλουν ζαμπιτιλίκι.
(Προς τον Οθωμανό αστυνομικό διοικητή της περιοχής του)

Αν έσφιγγες το στόμα σου σαν το παραδοσάκκι,
θα ’χες τ’ αυτιά σου και τα δυο, καημένε Αμετάκη.
(Προς τον αθυρόστομο γυρολόγο Αχμέτ, που του κόψανε τα αυτιά.)

Στην ώραν του ’ναι κι ο σεβντάς σαν τον αθό του Μάη.
Κι ελόγου σου σιογέρασες, Τράβα, και δε σου πάει.
(Στον Τράβα, το γεροντοπαλίκαρο, που ενοχλούσε τις φτωχοπούλες.)

Τα μάθια σου ’ναι τζερεμές , τα χείλια σου χαπίσι.
Ώφου καημός και λάβραν του απού θα σ’ αγαπήσει.

Να χαμηλώναν τα βουνά να δω τ’ Αποπηγάδι,
μετα ας θέσω κι ας χαθώ κι ας κατεβώ στον Άδη.

Παρηγορώ τη την καρδιά μα δεν παρηγοράται.
Λέω τζη μύρια ψόματα μα κείνη σ’ αφοράται.

Νάχε μου φέρετε νερό που του Κουμπέ τη βρύση,
γιατ’ έχω λαύρα στην καρδιά να δω α μου τη σβήσει.

Άχι και κουζουλάθηκα για μιας Ρωμιάς χατίρι.
Την είδα μόνο μια φορά από το παραθύρι.

Βουγιούμ μπεκλέρ στο Σουργιανό, και να ’ρθεις ατικί μου,
κι ανε σ’ αγγίξω απάνω σου, μην το βαστάξεις Θε μου.

Σα θέλεις, χρισιανάκι μου, να πάρεις τουρκοπούλα,
να πα να βάλεις τα στενά, να βγάλεις τη βρακούλα.

Να πα να βάλεις τα στενά και το ψηλό καπέλο,
την πίστη μου ν’ απαρνηστώ, να σ’ ακλουθήξω θέλω.

Την πίστη μου θ’ απαρνηθώ, να σ’ ακλουθήξω θέλω,
γιατί ζηλεύγω τσι Ρωμιούς, που βάνουν το καπέλο.

Γή τούρκικο, γή κρητικό το γιασεμί μυρίζει.
Εγώ θαρρώ τσι δυο λαούς πράμα δεν τσι χωρίζει.

Μπραήμ αγά Σοφταζαδέ, δε θέλω τη βουλή σου,
το σελαμέτι ξάνοιξε κι εσύ τση κεφαλής σου.

Μα ο Ραμπής που σ’ έπεψε δε σού ’δωκε λεκέδες.
Θαμάζομαι πως δεν πετάς με τους μελαϊκέδες.

Καημός απού ’ναι Γιαραμπή, να ’ν’ δυό αγαπημένα,
να ’ναι στον κόσμο αζωντανά κι αλαργοξορισμένα.








ΑΣΤΕΙΕΣ ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ

Απάνω στο λιανοχοχλιό θα χτίσω τον οντά μου,
να βάλω τη γυναίκα μου και τα πεθερικά μου.


Σ' ενούς λιανοχοχλιού γαστρί, θα χτίσω 'να μετόχι,
τση σκνίπας το χοντρό ατζί θα βάλω μεσοδόκι.

Απάνω στο λιανοχοχλιό το σπέρνω το κριθάρι,
κιάς κάνει το λογαριασμό κεινιά που θα με πάρει.

Απάνω στο λιανοχοχλιό θα κτίσω 'να ντουκιάνι,
να βάλω μέσα να πουλώ σαρδέλες και λιβάνι.

Απόψε κάτης θα γενώ και τα τειχιά θα πχιάσω,
κι όπου μου πούνε, να πχι! πχι! εκειά θα πα να κάτσω.

Απόψε κάτης θα γενώ να βγω να μιαουνίζω,
κι όπου μου πούνε να! πχι! Πχι! θα πχαίνω να καθίζω.

Ε! Θε μου! Σα μ' εστράβωσες, κάνεμε σκιάς κασίδι,
να βγάνω το φεσάκι μου, να φέγγω στο σκοτίδι.

Δό μου μιάν πίτα του στραβού που σε 'βρηκα στο δώμα,
και δε σ' εγλυκοφίλουνα στ' χείλια και στο στόμα.

Και πάλι ξαναδό μου τη, που σε 'βρηκα στ' αλώνι,
και δε σ' εγλυκοφίλουνα κιάς ήθελε μαλώνεις.






Γλωσσάρι της κρητικής κουζίνας και τεχνικές...
Μέχρι στιγμής έχουν χρησιμοποιηθεί οι παρακάτω όροι:
αβάρσαμος= δυόσμος
αγνιά (επί ζύμης) = αραιαή ζύμη που δεν κολλά στα χέρια αλλά σηκώνει λίγο αλεύρι ακόμη. Είναι όμως ζύμη κι όχι χυλός.
αλουσιά ή αλυσίβα = η αλυσίβα είναι ένα υλικό που χρησιμοποιείται σε πολλές παραδοσιακές συνταγές. Γίνεται με στάχτη από καθαρά ξύλα ως εξής: Βράζουμε μια κουταλιά στάχτη με μια κούπα νερό και αφήνουμε να κατασταλάξει. Σουρώνουμε πολύ προσεκτικά με σουρωτήρι που έχουμε καλύψει με τούλι και βαμβάκι ή το περνάμε από φίλτρο καφετιέρας.Δείτε εδώ
αμπερόζα = αμπερόριζα
ανέπιασμα μαγιάς = η διάλυση της μαγιάς σε χλιαρό νερό ή γάλα με λίγο αλεύρι και το άφρισμα αυτού του χυλού.
ανέπιασμα προζυμιού = η προσθήκη χλιαρού νερού και αλευριού στο προζύμι και το ανέβασμά του.
αποστείρωση βάζων =Πλύνουμε προσεκτικά τα βάζα και τα αναποδογυρίζουμε να στεγνώσουν ελαφρά. Στρώνουμε μια καθαρή πετσέτα στη σχάρα του φούρνου και τα τοποθετούμε πάνω σ' αυτή αναποδογυρισμένα. βάζουμε και τα καπάκια τους δίπλα.ανάβουμε το φούρνο στους 100 βαθμούς και τα αφήνουμε για 15 λεπτά άπό την στιγμή που θα σβήσει το φωτάκι της θερμοκρασίας.
άσπρισμα αμυγδάλων = Βράζουμε νερό σε κατσαρολάκι και ρίχνουμε μόλις πάρει βράση τα αμύγδαλα.Μόλις ξαναρχίσει ο βρασμός κλείνουμε το μάτι.Δεν τα βάζουμε να βράσουν με το νερό από την αρχή γιατί σκουραίνουν.
Τα αφήνουμε ένα δυο λεπτά, χύνουμε το καυτό νερό και τα σκεπάζουμε με κρύο.Τα φλούδια φεύγουν τώρα εύκολα , μόλις τα τρίψουμε με τα δάκτυλά μας.Αφήνουμε να στεγνώσουν.Για περισσότερο άρωμα τα στεγνώνουμε στο φούρνο για 10 λεπτά.Τώρα τελευταία, τα βάζω για 1-2 λεπτά στο φούρνο μικροκυμάτων.Μυρίζουν ωραία και στεγνώνουν, χωρίς να σκουρήνουν.
αρισμαρί = δεντρολίβανο
δέσιμο σιροπιού γλυκών κουταλιού : Δοκιμάζουμε ως εξής: Παίρνουμε με ένα κουταλάκι πολύ λίγο σιρόπι από την κατσαρόλα και το αδειάζουμε σε ένα παγωμένο πιατάκι σταγόνα σταγόνα. Αν είναι δεμένο δεν θα σκορπούν εύκολα αυτές οι σταγόνες και μόλις κρυώσουν θα έχουν την γνωστή μελένια υφή. Προσωπικά τις αγγίζω με το δάκτυλο...(Ωστόσο έχουμε κατεβάσει το γλυκό από το μάτι).Όταν είναι έτοιμο το φυλάσσουμε σε αποστειρωμένα βάζα.
καβούρντισμα αμυγδάλων: Βάζουμε σε ένα τηγάνι τα αμύγδαλα .Βάζουμε στο μάτι της κουζίνας το τηγάνι να κάψει και ανακατεύουμε τα αμύγδαλα μέχρι να αρχίσουν να μυρίζουν ευχάριστα. Τα αφήνουμε να κρυώσουν πριν τα χρησιμοποιήσουμε. Εναλλακτικά, τα βάζουμε σε ένα ταψάκι και τα βάζουμε στο φούρνο . Προσέχουμε γιατί μπορεί να καούν.
καβούρντισμα σουσαμιού: Καθαρίζουμε το σουσάμι από ξένα σώματα, το βάζουμε σε σουρωτήρι με σίτα και το ξεπλένουμε αρκετά. Αφήνουμε να στραγγίξουν τα περισσότερα υγρά και το αδειάζουμε σε ταψί (να είναι απλωμένο, με πάχος το πολύ 1 cm) ή σε τηγάνι. Το βάζουμε στο φούρνο στους 150 βαθμούς και το ανακατεύουμε πότε πότε μέχρι να στεγνώσει εντελώς και να αρχίσει να μυρίζει ευχάριστα. Για πιο γρήγορα, το βάζουμε σε τηγάνι και το ανακατεύουμε σε μέτρια θερμοκρασία μέχρι να μυρίσει. Η θερμοκρασία πρέπει να είναι μέτρια γιατί τα σποράκια του πετιούνται πέρα δώθε άν υπερθερμανθούν.
κανελόζουμο = το ζουμί που προκύπτει όταν βράσουμε ξυλάκια κανέλας σε νερό και αφήσουμε να χλιαρύνει.Συνήθως για να προκύψει 1 φλυτζάνα, βράζουμε για 1-2 λεπτά 1και 1/4 φλυτζάνα νερό με 2 ξύλα μήκους 5 cm
λεργιά= τα μη νηστίσιμα τρόφιμα στην Κρήτη
μαρούβισμα = όταν λέμε ότι ένα φαγητό πρέπει να μαρουβίσει εννοούμε ότι δεν πρέπει να σερβιριστεί αμέσως αλλά να μείνει λίγο στην κατσαρόλα μετά το τέλος του μαγειρέματος ώστε να "ηρεμήσουν|" οι χυμοί του
ντελμπιέ= χτυπάμε χυμό λεμονιού με αλεύρι και προσθέτουμε ζουμί από το φαγητό μας.Είναι ένα νηστίσιμο αυγολέμονο γιατί χρησιμοποιείται για να πήξει η σάλτσα ενός φαγητού
ξυλίκι= πλάστης
ξύσμα εσπεριδοειδών:Παίρνουμε το φρούτο και το πλένουμε πολύ καλά. Αν είναι δυνατόν με σφουγγαράκι που έχουμε καθαρό μόνο γι αυτή τη δουλειά. Το σκουπίζουμε καλά με χαρτί κουζίνας και παίρνουμε το ξύσμα του με το ειδικό εργαλείο.
σάκασμα= τάισμα χοχλιών με αλεύρι ή ζυμαρικά για να "καθαρίσουν" από τα χόρτα που έτρωγαν στην εξοχή
τριβίδια- τριβιδάκια= βουτήματα ή ψωμάκια με μακρουλό σχήμα σε αντιδιαστολή με το κουλουράκι ή την κουλούρα
χαβάνι = το γουδί , συνήθως από κράμα χαλκού
Read more: Κρήτη:γαστρονομικός περίπλους: Γλωσσάρι της κρητικής κουζίνας και τεχνικές... http://cretangastronomy.blogspot.com/p/blog-page.html#ixzz2zB7Zv8jg








ΣΑ ΤΗ ΛΟΓΙΑΣΕΙΣ ΜΙΑ ΔΟΥΛΕΙΑ ΟΡΤΣΑ ΚΑΙ ΜΗ ΦΟΒΑΣΑΙ , ΑΜΟΛΑ ΤΗ ΤΗ ΝΙΟΤΗ ΣΟΥ ΚΑΙ ΜΗ ΤΗΝΕ ΛΥΠΑΣΑΙ ΟΡΤΣΑ ΔΙΑΛΕ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΤΟΥ ΚΑΙ ΟΠΟΥ ΤΟ ΒΓΑΛΕΙ Η ΒΡΑΣΗ , Ή ΠΟΥ ΘΑ ΣΑΣΕΙ ΜΙΑ ΔΟΥΛΕΙΑ Ή ΠΟΥ ΘΑ ΣΩΧΑΛΑΣΕΙ !!!!




ΚΟΠΕΛΛΙ
------
παιδί , βρέφος.
"βρέφος και κοπέλλι".

"το πίβουλο κοπέλλι= ο Έρως".

Ο Κοραής προσδιορίζει την καταγωγή της από το
...κόπτομαι, κόπος

Ο Meyer απο το Αλβανικό... Kopil-Kopile.

Ο Χατζιδάκης πίστευε ότι προέρχεται απο το Λατινικό

....caupo-(coro)-onis...που ερμηνευεται ..κάπηλον...

γιαυτό γραφει την λέξη...κωπέλλι.

"κόπελον έχουσιν ορθόν και λέγουσι τον κέρνα!!".

"κοπέλλιν άρχηστον καπήλλισσας οκάποιας".








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.