ΚΑΛΩΣ ΒΡΕΘΗΚΑΜΕ

2/2/2013

Σήμερα ξεκινά μια προσπάθεια να συγκεντρώσουμε λέξεις, φράσεις, αστεία , μικρές ιστοριούλες, θρύλους από κάθε γωνιά της πατρίδας μας, που θα συμπεριλαμβάνουν τις ντόπιες εκφράσεις - λέξεις του κάθε τόπου.

Ελπίζω και προσβλέπω στην βοήθεια και συμπαράσταση, μια και κινητήρια δύναμη μας είναι η κοινή μας αγάπη για την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ.

ΕΜΠΡΟΣ,,,,,λοιπόν να φτιάξουμε ένα χώρο που ο καθένας από μας θα βρίσκει τις ρίζες του και θα γίνει εστία έλξης για νέους που δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να ακούσουν τους παππούδες τους να μιλάνε ....την ντοπιολαλιά των χωριών τους....
΄Οσοι θελήσουν να βάλουν κείμενα ή λέξεις του τόπου τους, μπορούν να τα στέλνουν είτε στο e-mail που είναι :

artemismosch@gmail.com
ή θα τα γράφετε στο χώρο των σχολίων ...και μετά θα τα κάνουμε άμεση ανάρτηση στον κύριο χώρο εμείς....

Σας ευχαριστώ και αναμένω ανταπόκριση ,

ΑΡΤΕΜΙΣ ΠΑΠ



Τρίτη, 1 Ιουλίου 2014

Ο γυρισμός του ξενιτεμένου (παραλογή)








1. Ο γυρισμός του ξενιτεμένου (παραλογή)

Οι παραλογές είναι αφηγηματικά δημοτικά τραγούδια με υπόθεση φανταστική ή βασισμένη σε λαϊκές παραδόσεις, σχετική πάντως με δραματικά περιστατικά της ζωής. Σώζονται, συνήθως, σε πολλές παραλλαγές, δηλαδή διαφορετικές μορφές του ίδιου θέματος.

Ερόδισε γ’ η ανατολή και ξημερώνει η δύση, [...]
παν τα πουλάκια στη βοσκή κι οι λυγερές στη βρύση.
Βγαίνω κι εγώ κι ο μαύρος μου και τα λαγωνικά μου.
Βρίσκω μια κόρη πόπλενε σε μαρμαρένια γούρνα.
Τη χαιρετάω, δε μου μιλεί, της κρένω, δε μου κρένει.
– Κόρη, για βγάλε μας νερό, την καλή μοίρα να ’χεις,
να πιω κι εγώ κι ο μαύρος μου και τα λαγωνικά μου.
Σαράντα σίκλους έβγαλε, στα μάτια δεν την είδα,
κι απάνω στους σαρανταδυό τη βλέπω δακρυσμένη.
– Γιατί δακρύζεις, λυγερή, και βαριαναστενάζεις;
Μήνα πεινάς, μήνα διψάς, μην έχεις κακή μάνα;
– Μήτε πεινώ, μήτε διψώ, μήτ’ έχω κακή μάνα.
Ξένε μου, κι αν εδάκρυσα, κι αν βαριαναστενάζω,
τον άντρα ’χω στην ξενιτιά και λείπει δέκα χρόνους [...].
– Κόρη μου, ο άντρας σου πέθανε, κόρη μου, ο άντρας σου χάθη·
τα χέρια μου τον κράτησαν, τα χέρια μου τον θάψαν,
ψωμί, κερί τού μοίρασα, κι είπε να τα πλερώσεις,
τον έδωκα κι ένα φιλί, κι είπε να μου το δώσεις.
– Ψωμί, κερί τού μοίρασες, διπλά να σε πλερώσω,
μα για τ’ εκείνο το φιλί, σύρε να σου το δώσει.
– Κόρη μου, εγώ είμαι ο άντρας σου, εγώ είμαι κι ο καλός σου.
– Ξένε μου, αν είσαι ο άντρας μου, αν είσαι κι ο καλός μου,
δείξε σημάδια της αυλής και τότες να πιστέψω.
– Έχεις μηλιά στην πόρτα σου και κλήμα στην αυλή σου,
κάνει σταφύλι ροζακί και το κρασί μοσκάτο,
κι όποιος το πιει δροσίζεται και πάλι αναζητά το.
– Αυτά είν’ σημάδια της αυλής, τα ξέρει ο κόσμος όλος,
διαβάτης ήσουν, πέρασες, τά – ειδες και μου τα λέεις.
Πες μου σημάδια του σπιτιού και τότες να πιστέψω.
– Ανάμεσα στην κάμαρα χρυσό καντήλι ανάφτει,
και φέγγει σου που γδύνεσαι και πλέκεις τα μαλλιά σου,
φέγγει σου τις γλυκές αυγές που τα καλά σου βάζεις.
– Κάποιος κακός μου γείτονας σου τα ’πε και τα ξέρεις.
Πες μου σημάδια του κορμιού, σημάδια της αγάπης.
– Έχεις ελιά στα στήθη σου κι ελιά στην αμασκάλη [...].
– Ξένε μου, εσύ είσαι ο άντρας μου, εσύ είσαι κι ο καλός μου.

(Ν. Πολίτης, ό.π., αρ. 84


2. Μια κόρη Τρικεριώτισσα

Δημοτικό (παραλογή, Τρίκερι Μαγνησίας, Θεσσαλία)

Mια κόρη Τρικεριώτισσα, μια Τρικεριωτοπούλα
έχει ασημένιον αργαλειό και φιλντισένιο χτένι.
Mασούριζε, καλάμιζε και λιανοτραγουδούσε
κι ο άντρας της ερχότανε σε μαύρο καβαλάρης.
- Ώρα καλή σου λυγερή, - Kαλώς το παλικάρι.
- Kόρη μ’ αν είσ’ ανύπαντρη γυναίκα να σε πάρω.
- Εγώ ’χω άντρα στην ξενιτιά τώρα δώδεκα χρόνια
ακόμα δυο τον καρτιρώ, τρία τον περιμένω
κι από τα τρία κι ύστερα καλόγρια θα πα γίνω,
καλόγρια στην ερημιά ν’ αγιάσω την ψυχή μου.
- Kυρά μ’ ο άντρας σ’ πέθανε και είναι πεθαμένος
και τον εδάνεισα κερί κι ήρθα να μου το δώσεις.
- Σαν τον εδάνεισες κερί, διπλό να σου το δώσω.
- Εγώ τον δάνεισα φιλί κι ήρθα να μου το δώσεις.
- Σαν τον εδάνεισες φιλί, σύρε να σου το δώσει!
- Kόρη μ’ εγώ είμ’ άντρας σου, εγώ ’μαι κι ο καλός σου.
- Kι αν είσ’ εσύ ο άντρας μου και πώς να σε πιστέψω;
πες μου σημάδια της αυλής μήπως και σε πιστέψω.
- Mηλιά(ν) έχεις στην πόρτα σου και κλήμα στην αυλή σου,
κάνει σταφύλι ραζακί και το κρασί μοσχάτο.
- Aυτά σημάδια της αυλής, τα ξέρει ο κόσμος όλος,
πες μου σημάδια του σπιτιού, μήπως και σε πιστέψω.
- Xρυσή καντήλα κρέμεται στην κλίνη που κοιμάσαι,
να φέγγει, να ξεντένεσαι και να γλυκοκοιμάσαι.
- Aυτά σημάδια του σπιτιού, τα ξέρουν οι γειτόνοι,
πες μου σημάδια του κορμιού, μήπως και σε πιστέψω.
- Ελιά ν-έχεις στο μάγουλο, ελιά στην αμασχάλη
κι ανάμεσα στο στήθος σου ήλιος με το φεγγάρι.
- Tότες ο άντρας μου είσ’ εσύ, εσύ ’σαι κι ο καλός μου!


  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.