ΚΑΛΩΣ ΒΡΕΘΗΚΑΜΕ

2/2/2013

Σήμερα ξεκινά μια προσπάθεια να συγκεντρώσουμε λέξεις, φράσεις, αστεία , μικρές ιστοριούλες, θρύλους από κάθε γωνιά της πατρίδας μας, που θα συμπεριλαμβάνουν τις ντόπιες εκφράσεις - λέξεις του κάθε τόπου.

Ελπίζω και προσβλέπω στην βοήθεια και συμπαράσταση, μια και κινητήρια δύναμη μας είναι η κοινή μας αγάπη για την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ.

ΕΜΠΡΟΣ,,,,,λοιπόν να φτιάξουμε ένα χώρο που ο καθένας από μας θα βρίσκει τις ρίζες του και θα γίνει εστία έλξης για νέους που δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να ακούσουν τους παππούδες τους να μιλάνε ....την ντοπιολαλιά των χωριών τους....
΄Οσοι θελήσουν να βάλουν κείμενα ή λέξεις του τόπου τους, μπορούν να τα στέλνουν είτε στο e-mail που είναι :

artemismosch@gmail.com
ή θα τα γράφετε στο χώρο των σχολίων ...και μετά θα τα κάνουμε άμεση ανάρτηση στον κύριο χώρο εμείς....

Σας ευχαριστώ και αναμένω ανταπόκριση ,

ΑΡΤΕΜΙΣ ΠΑΠ



Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2013

ΚΡΗΤΙΚΟΙ ΤΟΠΙΚΟΙ ΙΔΙΩΜΑΤΙΣΜΟΙ

ΚΡΗΤΙΚΟΙ ΤΟΠΙΚΟΙ ΙΔΙΩΜΑΤΙΣΜΟΙ
----------------------------------------------






βοσκαρούδι: ο μικρός βοσκός.

- Βοσκαρουδάκι αμούστακο στα όρη απού γυρίζω
με το σεβντά σου αγάπη μου στέκω και μπουχιουντίζω.

βούι: το βόδι.

- Έχω 5 βούγια και αναθρέφω.

έκεια / εκειά: εκεί.

- Άμε εκειά που σου 'πα και μη χασομεράς.

καλιά: καλύτερα

μαντρατζής: αυτός που βοηθάει να μπουν τα ωζά μέσα στην μάντρα

- Μου 'μπεψε με το μαντρατζή σημείωμα στα όρη
πως δεν παντρεύγεται βοσκό καλιά γεροντοκόρη.


μαρόπα / μαρόπι / μαροψάρι: προβατίνα/το θηλυκό πρόβατο.

- Από τα 'ζα μου ήσφαξα σαράντα μαροψάρια
και τα 'παιξα μονοβραδύς και τα' χασα στα ζάρια.

μουρέλο: το μικρό ελαιόδεντρο. Όταν κάποιος είναι περπατάει αφηρημένος και κάνει κάποια χαζομάρα(πχ κουτουλήσει κάπου, μπει σε γυναικείες τουαλέτες, κτλ) μπορεί κάποιος να του πει ειρωνικά «το νου σου στα μουρέλα», που σημαίνει «πρόσεχε μην χτυπήσεις σε κανένα μουρέλο έτσι αφηρημένος που είσαι».

- Το νου σου στα μουρέλα!

παντέρμος: ο κακομοίρης / αυτός που το έχει αφήσει μόνο του (έρμο) ακόμα κι ο Θεός. Πολλές φορές αποκαλούν «παντέρμη» την τσουτσούνα τους.

- Δεν το βλέπεις πως είναι; Δώσ' του μωρέ του παντέρμου ένα κομματάκι ψωμί να φάει.

παντονιέρνω / παντονιάρω: στην πάντα, βάζω σε δεύτερη μοίρα (προφέρεται και ως μπαντονιέρνω).

- Τη βέργα μου επαντόνιαρα και μπλιο δεν βάνω βούργια
γιατί 'πες πως δεν θες βοσκό αγάπη μου καινούρια.

πορίζω: βγαίνω.

- Πόρισε στο παράθυρο να σε δω λιγάκι.

στειρωγήτσικο: το στείρο κατσίκι.

- Επλέρωσα ο δυστυχής τσ' αγάπης τα σπασμένα
κι όλα τα στειρωγήτσικα τα πούλησα για σένα.

ωζό: το ζώο.

- Κοίτα ρε μαλάκα μπροστά σου και μην πηγαίνεις σαν το ωζό.

ωψές: χθες.

- Ωψές επήγες να μαζέψεις τσ' ελιές γη με ξέχασες;















Toula Markoni-gasteratou
άμπακο=αυτό που δεν έχει τέλος ( έφαγε τον άμπακο). Βγήκε από τον Άβακα, τον τρόπο που οι άραβες έκαναν υπολογισμούς,( κάτι σαν κομπιουτεράκι ) με χάντρες που μπορούν ωστόσο να κάνουν, τεράστιους υπολογισμούς, άνευ τέλους.

Antonios Kiosklis ..εφαγε τα τοσα πολλα, που χασαμε το μετρημα ,γιατι εφαγε και τον Αβακα.!



Άρτεμις παπ Η λέξη «άμπακας» (ή «άμπακος»), προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «άβαξ» (άβακας). Ο άβακας ήταν μια πλάκα με άμμο ή κερί, πάνω στην οποία οι αρχαίοι Έλληνες (κι όχι μόνο αυτοί) έκαναν μαθηματικούς υπολογισμούς. Ήταν δηλαδή ένα αριθμητήριο.

Στην συνέχεια, ο «άβαξ» θα περάσει στα λατινικά ως «abacus» και θα αποκτήσει και την σημασία της Αριθμητικής. Με την ίδια σημασία, θα επιστρέψει αργότερα και πάλι στην ελληνική γλώσσα ως «άμπακας» και «άμπακος» και θα γίνει ευρύτατα γνωστός μετά το 1568, όταν κι εξεδόθη στην Βενετία από τον Μανουήλο Γλυνζώνιο, το πρώτο βιβλίο Αριθμητικής με τον τίτλο «Βιβλίον πρόχειρον τοις πάσι περιέχον την τε πρακτικήν Αριθμητικήν» (ο μακροσκελής τίτλος του βιβλίου συνέχιζε: «…ή μάλλον ειπείν την λογαριαστικήν, και περί του πώς ευρίσκει έκαστος το άγιον Πάσχα και τέλειον Πασχάλιον αεί και πάντοτε. Και περί ευρέσεως σελήνης εν ποία ημέρα γίνεται η γέννα αυτής»). Το βιβλίο αυτό, έμεινε γνωστό στον πολύ κόσμο με την γενική ονομασία «άμπακας» κι επειδή ήταν σχετικά ογκώδες, όποιος το είχε μελετήσει και γνώριζε το περιεχόμενό του, θεωρούνταν λίγο έως πολύ, ως τέρας σοφίας. Έτσι, όταν ήθελαν να πουν πως κάποιος έχει πολλές γνώσεις, λέγαν ότι «αυτός ξέρει τον άμπακα».

Στην πορεία του χρόνου, ο άμπακας έπαψε να είναι αποκλειστικά ταυτόσημος με την Αριθμητική κι έγινε συνώνυμος γενικά με την μεγάλη ποσότητα. Έτσι, έφτασε στις μέρες μας να έχει επικρατήσει η χρήση του όρου, στις φράσεις «έφαγε τον άμπακα» ή «ήπιε τον άμπακα».

Διαβάστε περισσότερα: Τι είναι ο άμπακας; (Έφαγε/ήπιε τον άμπακα) | Πάρε-Δώσε http://www.pare-dose.net/?p=3838#ixzz2F9iEEhDY




Markos Bistakis
ΣΚΟΥΤΕΛΙ...σκυταλη...πιατο...ποτηρι...αλλα και υλικη συνδρομη...ΣΚΟΥΤΕΛΟΒΑΡΗΧΝΩ....τσουγκριζω τα ποτηρια...οταν πινουμε..προκαλω τον αλλο να πιει μετα απο μενα..



Eleftheria Babaletaki σκουτελικό = πιάτο φαί που το πας στη γειτόνισσα.(συνηθιζόταν παλιά να ανταλλάσουν φαγητά οι νοικοκυρές).



Markos Bistakis
ΣΑΦΗ....καθ ολοκληριαν...''εις τον γαμον ητο πολυ πληθος και σαφη μαγαλοαρχοντοι''...παντοτε...'''σαφης κουκια τρωω''.

..Eleftheria Babaletaki σαφή τα ίδια κάνεις= συνεχώς ενεργείς με τον ίδιο τρόπο.


Άρτεμις παπ
ιδιεμένος = ο ίδιος ακριβώς
ιδυό : δύο
ιερής : παπάς
Ίσαμε : μέχρι
ίρτζι : η τιμή, η ανθρωπιά, η ανδρεία
ιδιαμένη(επίθ.) : ίδια ακριβώς
ινάτι : πείσμα, άρνηση
ισπάτι : επιβεβαίωση, διαπίστωση, πράξη αποδεικτικής διαδικασίας
ιγγλέζικος : αγγλικός
ίτσι : έτσι
ίδια εδά : ακριβώς τώρα, αυτή τη στιγμή
ιδιαμένη ώρα : η ίδια ώρα ακριβώς
ικάντο το : πλειστηριασμός, δημοπρασία
ιλή η : καθίζιμα, κατακάθι, καταστάλαγμα, τρυγιά
ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ






Eleftheria Babaletaki Αποδιαλέγουρα = αυτά που απέμειναν ( κρητ.)
Eleftheria Babaletaki τον είδα άμα αποκόλλωνε =τον είδα όταν έστριβε και απομακρυνόταν ΚΡΗΤ.ΔΙΑΛ.



      ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ
======================

θιαρμίζομαι                                                                    
φτερνίζομαι                                                                      

θροφανός = καλοαναθρεμμένος



ριζιμιό λιθάρι= η πέτρα πουέχει βαθειές ρίζες

ΑΡΤΕΜΙΣ ΠΑΠ    Θα φύγω σε ψηλό βουνό, σε ριζιμιό λιθάρινα στήσω το κρεβάτι μου κοντά στη νερομάνα
του κόσμου που βροντοχτυπούν οι χοντρές φλέβες του ήλιου,
ν' απλώσω εκεί την πίκρα μου, να λιώσει όπως το χιόνι.

Μην πιάνεσαι απ' τους ώμους μου και στριφογυρίζεις
άνεμε!
φεγγαράκι μου!
Καλέ μου!
Αυγερινέ μου!

Φέξε το ποροφάραγκο! Βοήθα ν' ανηφορίσω!
Φέρνω ζαλιά στις πλάτες μου τα χέρια των νεκρών!
Στη μια μεριά έχω τα όνειρα, στην άλλη τις ελπίδες!
Κι ανάμεσα στις δυο ζαλιές το ματωμένο στέφανο!

Μη με ρωτάς καλέ μου αϊτέ, μη με ξετάζεις ήλιε μου!
Ρίχτε στο δρόμο συννεφιά να μη γυρίσω πίσω!

Κοιτάχτηκα μες στο νερό, έκατσα και λογάριασα,
ζύγιασα το καλό και το κακό του κόσμου. Κι αποφάσισα,
να γίνω το μικρότερο αδερφάκι των πουλιών!

Νικηφόρος Βρεττάκος (Ο ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΣ ΑΝΑΧΩΡΗΤΗΣ)





Markos Bistakis
ΡΙΖΙΚΑΡΗΣ.....τυχαιρος..καλοτυχος...καλομοιρος...ΡΙΖΙΚΑΡΩ...παιζω με την τυχη...ριψοκινδυνευω...ΡΙΖΙΚΟ....RISICO...ΡΟΙΖΙΚΟ...τυχη...








Markos Bistakis
ΡΙΖΑ...ριζες φυτων και δεντρων...ριζες του ορους...ΡΙΖΟΒΟΥΝΙ...η αρχη του ορους....ΡΙΖΙΤΗΣ...ο κατοικος της ΡΙΖΟΒΟΥΝΙΑΣ....ΡΙΖΩΣΚΕΛΩΣΙΣ..διακλαδωση...εξαπλωση των ριζων...""να ριζοσκελωση η νυφη""...να τεκνοποιησει...ΡΙΖΙΜΙΟΣ...ριζοπαγης ...ριζωμενος...ΡΙΖΙΜΙΟΧΑΡΑΚΙ...ΡΙΖΩΜΑ....βασις βουνου...πλευρα βουνου...''ο γερος κι αν αντρευγεται, σ το ριζωμα κοντευγεται'''...κουραζεται...


[τα χαμηλότερα μέρη ενός βουνού, λόφου, εκεί όπου αρχίζουν οι πλαγιές]
πρόποδες: το χωριουδάκι βρισκόταν στους πρόποδες του βουνού
ρίζα
ριζά
ριζοβούνι
υπώρεια



[υπάρχω σταθερά και μόνιμα (για ιδέες)]
ριζοβολώ: ριζοβόλησε η ιδέα της επανάστασης
ριζώνω: ρίζωσε το κίνημα της αλλαγής
εδραιώνομαι
σταθεροποιούμαι




Markos Bistakis
ΡΑΣΕ...RACE...μαλινο χνουδωτο..υφασμα..για ρουχα και κλινοσκεπασματα...ΡΑΣΟ...RASO..χλαινη απο το παραπανω υφασμα...






Ρίσκο και Ριζικό


ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ ΠΕΔΙΟ

Ετυμολογία του Ρίσκου
Ο όρος ρίσκο μπορεί να έχει τις ρίζες του στο κλασικό ελληνικό ριζικό (το ανήκον εις την ρίζαν) ρίζα, που αργότερα χρησιμοποιήθηκε στα λατινικά για να δηλώσει «γκρεμό» ή απότομο βράχο.
Ο όρος ρίζα χρησιμοποιείται στη Ραψωδία του Ομήρου Μ Οδύσσεια "Σειρήνες, Σκύλλα, Χάρυβδη και οι ταύροι του Ηλίου. Ο Οδυσσέας προσπάθησε να σωθεί από τη Χάρυβδη στον γκρεμό της Σκύλλας, όταν το πλοίο του καταστράφηκε από την θαλασσοταραχή που στάλθηκε από τον Δία ως τιμωρία προς το πλήρωμά του για την δολοφονία των ταύρων του Ήλιου, με άρπαγμα από τις ρίζες μιας άγριας συκιάς.

RISCIO ή RISICO Γαλλικά: risque, Ισπανικά: riesgo και arrisco, Πορτογαλλικά: Risco , Μεσαιωνικά Λατινικά: RÌSCUS, rìsigus,

1) Από την Ισπανική λ. Risco (Αγγλικά: risk) που σημαίνει απότομο βράχο, και με μεταφορική έννοια κίνδυνο (για πλοία), από το Λατινικό Resecare που σημαίνει κόβω.
2) Πάλι από Resecare άλλα μα την έννοια πλέω με τον καιρό στην πρύμνη δηλαδή επικίνδυνα. (βλέπε Ski = σκι).
3) Από το Αραβικό. Rizq, που σημαίνει «ό, τι προέρχεται από το Θεό και, είναι ένα κέρδος, ή οτι δήποτε χρειάζεται για να ζήσει καποιος» (κοντά στις έννοιες ριζικό, μοίρα, πεπρωμένο) , και αργότερα : «σιτηρέσιο ενός στρατιώτη».

ΠΗΓΗ: DIZIONARIO ETIMOLOGICO ONLINE

Το λεξικό ερμηνεύει το riscus ως κιβωτός δηλ. κιβώτιο,
ο εγκιβωτισμός ενός πράγματος αποσκοπεί συνήθως στην προστασία του από κινδύνους (από το ρίσκο).

Το JM Latin English Dictionary ερμηνεύει το riscus ως Αρσενικό Ουσιαστικό, που σημαίνει
Box=κουτί κιβώτιο || chest= ένα ισχυρό ορθογώνιο κουτί, συνήθως με ένα καπάκι και μερικές φορές και με κλειδαριά, που χρησιμοποιείται στην αποθήκευση ή στη ναυτιλία || trunk = κούτσουρο

Στην Κρήτη

Ριζικάρει = (ρ. Απρόσωπο) υπάρχει κίνδυνος. Από το Ιταλικό arrisiciare = διακινδυνεύω.
Ριζικάρης = τυχερός



ΣΗΜΑΣΙΕΣ

Ρίσκο (Αγγ. Risk) σημαίνει κίνδυνος. Ειναi περιστατικό που πιθανόν να συμβεί στο μέλλον και να έχει απρόσμενες δυσάρεστες επιπτώσεις.


ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ

Στον Ερωτόκριτο

"Ω Ριζικό ακατάστατο, αναπαμό δεν έχεις,
μα επά κ' εκεί σαν πελελό περιπατείς και τρέχεις.
Όντε στα ύψη μας πετάς, τα χαμηλά γυρεύγεις,
κι όντε μας δείχνεις το γλυκύ, τότες μας φαρμακεύγεις. Στ. 720


Τα μάτια τση εχαμήλωσε, χάμαι στη γη εσυντήρα,
εβάραινε στο Ριζικόν, και στην πρικιάν τση Μοίρα.
Εφαίνετό τση κλαίοντας τον πόνον αναπεύγει, Στ. 735

Εδώ με την έννοια πεπρωμένο.

Στο'να φουσάτον ήσανε κ' εις τ' άλλον αντρειωμένοι,
κι οπού'χε χάσει σήμερον, τούτο ταχιάς κερδαίνει. Στ. 870
Πάν' τα μαντάτα εδώ κ' εκεί, παντόθες το μαθαίνουν,
πολλοί κινούν του ριζικού, κ' εις τα φουσάτα πηαίνουν.

Ενν. Άνθρωποι του ριζικού δηλαδή τυχοδιώκτες, μισθοφόροι.


Στο Κυπριακό ιδίωμα

Ριζικεύω = ριψοκινδυνεύω
Ριζικάρης = τυχερός


Στα επτανησιακό ιδίωμα

Ριζικάρω = τολμώ, διακινδυνεύω, διακυβεύω.
Ριζικό = τύχη πεπρωμένο




ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ

Ρήματα σχετικά με τον κίνδυνο

Αναθέτω = Καθιστώ κάποιον υπεύθυνο για την αντιμετώπιση του κινδύνου
Αποσοβώ = κάνω ένα κίνδυνο να σταματήσει να υπάρχει
Αποδέχομαι= δέχομαι ως φυσικό να υποστώ την ζημιά αν ΕΠΕΛ ο κίνδυνος
Διακυβεύω = υποβάλω κάτι σε κίνδυνο
Εκτιμώ = Υπολογίζω το μέγεθος της ζημίας επί την πιθανότητα να συμβεί το ζημιογόνο περιστατικό.
Ρισκάρω, διακινδυνεύω = αναλαμβάνω τον κίνδυνο, παίρνω το ρίσκο
Μετριάζω = κάνω τις συνέπειες του κίνδυνου να είναι ηπιότερες με λήψη καταλλήλων μέτρων.









KΡΗΤΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ
----------------------
τουσλουνίκα ή τουσλούκα= κεντητές περικνιμίδες από χοντρό μάλλινο ύφασμα


Toula Markoni-gasteratou


.ΤΕΣΚΕΡΕ...τουρκ....γραμμα...πιστοποιητικο...ΤΕΜΠΙΧΙ...τουρκ...προειδοποιηση..


ΚΡΗΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ
----------------------------

ΔΙΚΑΣΕ...σου αρκει..............................

                                                                                               

δέτης = ο γκρεμός

διαρμίζω = τακτοποιώ, συγυρίζω


Markos Bistakis


ΣΟΥΡΑ....δυσφημια...'''καθε σουρα τρεις ημερες, και τσ αγαπης τεσσερεις''....ΣΟΥΡΕΥΓΩ....διαβαλλλω...καταλλαλω..
    KΡΗΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ


σκλόπα
κουκουβάγια           ΚΡΗΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ

σάικα -σιργουλεύγω = προσπαθώ να πείσω κάποιον με την
σίγουρα -κουβέντα


Markos Bistakis
-σερσέμης=αυτός που πάει να σε ρίξει

-σιάρω=παίρνω,τσακώνω
-σεϊρι -χάζι


..ΣΙΡΓΟΥΛΕΥΩ...= καλοπιάνω


ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ
=============
στάρξη : σταγόνα

σκιάς : τουλάχιστον

συβάζω : κάνω να συμφωνήσει

σώπατα : ίσια, συνήθως σε χωράφια που είναι σε ίσιο επίπεδο.

σπαρμένο : χωράφι που έχουν σπαρθεί ήδη οι σπόροι μέσα. Το αντίθετο είναι άσπαρτο ή άσπορο

στάκα : Είναι όταν βράσει το γάλα και του προσθέσουμε αλεύρι για να ψηθεί.

συμμισιακός : Όταν κάνουμε κάποια συμφωνία (συνήθως για ελαιόδεντρα) να τγίνει εκμετάλλευση αυτών και η σοδειά μοιράζεται μισή - μισή

σταλίζω : οδηγώ τα πρόβαλα στη σταλίστρα. (στον τόπο που βόσκουν)

συντρίφτης : τρίφτης (π.χ. Φέρε τον συντρίφτη να ξύσομε το τυρί)

σόντας : τώρα πού, μια πού (π.χ. Σόντας βρέθηκες επαέ στέσου να με βοηθήσεις)

στέσου : σταμάτα (π.χ. Στέσου να μου συντράμεις στα σακιά)

συντράμω : βοηθάω να κουβαλήσω κάτι. (Στάσου να μου συντράμεις στσι πατάτες)

σπαθοράβδι : αμυντικό όπλο

σουσούμι : χαρακτηριστικό γνώρισμα (π.χ. σουσούμι του κορμιού του είναι μιαν ελιά στον αφαλό)



Markos Bistakis ΣΤΑΛΙΣΜΑ....η μεσημβρινη αναπαυση των ζωων..ΣΤΑΛΙΣΤΟ....ΣΤΑΛΙΣΤΡΑ...τοπος με ισκιο..γιανα σταλιζουν τα ζωα...απο αρχαια ελληνικη ...ΣΤΑΛΗ..τοπος που αναπαυονται τα ζωα..




Markos Bistakis ΣΤΑΚΑ...το υπολοιπο που ενει οταν απο το ΑΘΟΓΑΛΟ...βγαζουμε το ΣΤΑΚΟΒΟΥΤΥΡΟ..



λακτοπατώ (ρήμα) [ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ :λακτο (λακτώ) - πατ (πατώ) -ώ].... κλοτσοπατώ, ποδοπατώ,


τσαλαπατώ......................   ΚΡΗΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ






Markos Bistakis         ΚΡΗΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ

.ΖΑΕΡΕ....εφοδια.
                                                   



ζεβλωμένος = λυγισμένος

ζαβός = αυτός που έχει κάποια αναπηρία

ζόρε = δυσκολία



ΚΡΗΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ

 

βάγκα = χαντάκι ή μεγάλο αυλάκι

βαρμένος = τοποθετημένος

βεντέμα = σοδειά

βούι = βόδι (μεταφορικά : χοντροκομένος ή ατσούμπαλος)



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.